Σαντορ Μαραϊ: Δύο αποσπάσματα από το μυθιστόρημα: «Η παράσταση στο Μπολτζάνο»

 

εκδόσεις Ωκεανίδα

 

 

 

Ι

 

«Ανάλυση του ερωτικού γράμματος των 4 λέξεων»

 

Ο κόμης άνοιξε ήρεμα το φύλλο της περγαμηνής, το σήκωσε ψηλά με το ένα χέρι, όπως οι πρεσβύωπες, ενώ με το άλλο χέρι στερέωνε τα γυαλιά στη μύτη του· ύστερα ίσιωσε το κορμί του, έγειρε λίγο μπροστά και κοίταξε το κείμενο. «Δεν βλέπω καλά», είπε μ’ ένα στεναγμό. «Σε παρακαλώ, αγόρι μου, φέξε μου». Κι όταν ο οικοδεσπότης, ανέκφραστος κι αμίλητος, πήρε ένα καντηλέρι από το μάρμαρο του τζακιού και πήγε και στάθηκε δίπλα στον επισκέπτη: «Έτσι είναι καλά, ευχαριστώ», είπε. «Τώρα βλέπω τέλεια. Άκου λοιπόν. Άκου τι έγραψε η Φραντσέσκα, η σύζυγός μου, η κόμισσα της Πάρμας, στον Τζάκομο, οκτώ μέρες από τότε που ο αγαπημένος της, δραπέτης από τη φυλακή όπου μαράζωνε εξαιτίας της φύσης και του χαρακτήρα του, έφτασε εδώ στο Μπολτσάνο: “Πρέπει να σε δω”. Ύστερα υπέγραψε, στολίζοντας το αρχικό του ονόματός της, ένα κεφαλαίο Φ, με γιρλάντες και φιοριτούρες, όπως της έμαθε ο ευνούχος».

Ο κόμης κρατούσε μακριά το χαρτί, ίσως για να βλέπει καλύτερα τα μεγάλα σαν μπιζέλια γράμματα.

«Αυτό είναι το γράμμα», είπε μετά από λίγο μ’ ένα ύφος παράξενης ικανοποίησης· ύστερα έριξε στα γόνατά του την περγαμηνή και τα γυαλιά κι έγειρε πίσω στην πολυθρόνα. «Πώς σου φαίνεται το ύφος της; Εμένα με γοήτευσε. Ό,τι κάνει η Φραντσέσκα, είναι τέλειο, έτσι είναι από φυσικού της, δεν μπορεί να φερθεί διαφορετικά. Το γράμμα της με γοήτευσε κι ελπίζω ν’ αναστατώσει κι εσένα, ν’ αγγίξει βαθιά την ψυχή και το χαρακτήρα σου, όπως μόνο τα αληθινά γραπτά καταφέρνουν να ταράξουν τους ακέραιους ανθρώπους. Σήμερα το απόγευμα, καθώς διάβαζα για πρώτη φορά το γράμμα της Φραντσέσκας, συνειδητοποίησα πραγματικά, ύστερα από τόσα χρόνια κι αμέτρητα βιβλία, πόσο μοιραία είναι η δύναμη του λόγου: είναι η μοναδική αληθινή δύναμη που διαθέτουν αυτοκράτορες και πάπες, αλλά κι ο απλός κοσμάκης, μια δύναμη πιο σκληρή και κοφτερή από τη λόγχη και το σπαθί. Κυρίως όμως μ’ ενδιαφέρει να μάθω τη γνώμη σου για το ύφος της, τη γνώμη του συγγραφέα για τον τρόπο έκφρασης μιας αρχάριας. Διαβάζοντας αυτό το μήνυμα μια φορά κι έπειτα άλλη μια –και τώρα που το έχω μπροστά μου για τρίτη φορά, η γνώμη μου δεν άλλαξε–, σχημάτισα την εντύπωση πως είναι τέλεια γραμμένο. Συγχώρεσε την αδυναμία μου, μη γελάσεις για το συζυγικό ενθουσιασμό μου με τη σοφή ανωτερότητα του ειδικού: πρέπει να παραδεχτείς ότι ένας ερασιτέχνης δεν θα μπορούσε να γράψει κάτι παρόμοιο. Είναι τέσσερις λέξεις όλες κι όλες, συν το αρχικό του ονόματος – φαντάσου όμως τις συνθήκες που της επέβαλαν να χαράξει αυτές τις τέσσερις λέξεις, σκέψου ότι μόλις πριν από ένα χρόνο δεν ήξερε ακόμα τα γράμματα του αλφαβήτου, πρόσεξε με πόση ακρίβεια είναι ενωμένα μεταξύ τους, σαν να σφυρηλατήθηκαν στο ίδιο σίδερο, σαν κρίκοι μιας αλυσίδας. Όπως φαίνεται, το ταλέντο έχει μέσα του τις δικές του ρίζες: η Φραντσέσκα δεν διάβασε ούτε Δάντη ούτε Βιργίλιο, δεν έχει ιδέα τι είναι το υποκείμενο και το κατηγορούμενο, κι όμως προσδιόρισε αμέσως, με ευκολία, τις θεμελιώδεις αρχές ενός κομψού και σωστού ύφους. Δεν μπορεί να προσθέσει κανείς τίποτα σε ό,τι λέει με τη μεγαλύτερη ακρίβεια αυτό το γράμμα. Να το αναλύσουμε; “Πρέπει να σε δω”. Πρώτα πρώτα βρίσκω αξιοθαύμαστη τη δύναμη της λακωνικής έκφρασης. Σ’ αυτή τη φράση, που αξίζει να σκαλιστεί σε μάρμαρο, δεν υπάρχει ούτε μία περιττή λέξη. Η Φραντσέσκα αρχίζει με το ρήμα,* που –ειδικά στα έμμετρα δράματα και στις τραγωδίες– είναι βασικό στοιχείο της μεγάλης ποίησης και μας εισάγει άμεσα, ας πούμε, στην ουσία της υπόθεσης. “Να δω”, γράφει, και είναι κάτι χειροπιαστό, σχεδόν αισθησιακό. Το ρήμα “βλέπω” είναι πανάρχαιη λέξη, έχει σχεδόν την ηλικία του ανθρώπου κι αποτελεί την πηγή όλων των ανθρώπινων εμπειριών, επειδή με την όραση αρχίζει η γνώση και η επιθυμία, με την όραση αρχίζει το ανθρώπινο ον, που παλιότερα, όταν η όρασή του ήταν ακόμα συγκεχυμένη, δεν ήταν παρά ένα θλιβερό κομμάτι κρέας – με την όραση αρχίζει ο κόσμος, και φυσικά κι ο έρωτας. Είναι ένα ρήμα μαγικό, που κλείνει μέσα του τον πόθο, το φλογερό μυστικό και το κρυφό νόημα της ζωής, γιατί ο κόσμος υπάρχει μονάχα με την προϋπόθεση ότι τον βλέπουμε, ακόμα κι εσύ, σύμφωνα με το πνεύμα αυτού του γράμματος, υπάρχεις μονάχα με την προϋπόθεση ότι σε βλέπει η Φραντσέσκα: χάρη στην όραση αποτελείς πάλι για κείνη μέρος αυτού του κόσμου, ξαναβγαίνοντας βέβαια από τη σκοτεινή άβυσσο όπου ζούσες, αλλά μονάχα όπως οι σκιές, οι αναμνήσεις, οι πεθαμένοι. Εκείνη λοιπόν, πρώτ’ απ’ όλα, θέλει να σε δει. Επειδή χωρίς το μυστηριώδη πυρσό της όρασης, η αντιληπτικότητα, η αφή και η όσφρηση, η ακοή και η γεύση είναι τυφλές θεότητες – κι ο Έρωτας δεν είναι τυφλός θεός, Τζάκομο, ο Έρωτας είναι περίεργος και θέλει το φως, θέλει την πραγματικότητα, ναι, θέλει πρώτ’ απ’ όλα να βλέπει. Γι’ αυτό έγραψε “να δω”. Τι άλλο μπορούσε να πει; Μπορούσε να γράψει “να μιλήσω”, ή “να είμαι μαζί” – όλ’ αυτά όμως είναι αποτελέσματα της όρασης, και το ρήμα που χρησιμοποίησε η Φραντσέσκα αποδεικνύει πόσο δυνατή ήταν η επιθυμία που την έσπρωξε ν’ αρπάξει την πένα, αυτό το ρήμα είναι σχεδόν μια κραυγή, γιατί η ερωτευμένη καρδιά της νιώθει ότι δεν μπορεί πια ν’ αντέξει το σκοτάδι αυτής της τύφλωσης, πρέπει να δει το αγαπημένο πρόσωπο, πρέπει να δει, επομένως χρειάζεται ν’ ανάψει τα φώτα αυτού του τυφλού κι ανεξιχνίαστου κόσμου, διαφορετικά όλα γίνονται παράλογα. Γι’ αυτό διάλεξε, με ακρίβεια και μεγάλη εκφραστική δύναμη, κι έγραψε “να δω”. Δεν πιστεύω να πλήττεις μ’ αυτή τη λέξη προς λέξη ανάλυση;… Σου ομολογώ πως εγώ τη βρίσκω συναρπαστική, και για πρώτη φορά καταλαβαίνω τους μελετητές που επιδίδονται απομονωμένοι, με απέραντη υπομονή και σχολαστική επιμέλεια, στο ξεφύλλισμα σκονισμένων χαρτιών, αρχαίων και ξεθωριασμένων κειμένων, και τους αφιερώνουν όλη τους τη ζωή, συζητώντας κι αναλύοντας επί δεκαετίες κάποιο ρήμα μιας νεκρής γλώσσας, συνεχίζοντας να το μελετούν και να το ζεσταίνουν με την ανάσα τους, ώσπου να καταφέρουν να εμφυσήσουν με κάποιον τρόπο στη νεκρή λέξη τη σπίθα της ζωντανής. Αυτό το κείμενο, το κείμενο του γράμματος της Φραντσέσκας, πιστεύω πως είμαι σε θέση να το αναλύσω. Λοιπόν: πρώτ’ απ’ όλα “να δω”. Κι έπειτα: “πρέπει”. Όχι “θα ήθελα”, όχι “επιθυμώ”, όχι “θέλω”. Μ’ αυτή τη λέξη εκφράζει αμέσως, όπως τα ιερά κείμενα, το αμετάκλητο: δεν νομίζεις, Τζάκομο, ότι ενώ χάραζε τις πρώτες ερωτικές λέξεις της ζωής της, η νεαρή συντάκτρια έγραψε πράγματι με τον τρόπο της ένα ιερό κείμενο, δεν νομίζεις ότι ένα ερωτικό κείμενο μοιάζει λίγο με τις ιερές επιγραφές στους τοίχους ενός ειδωλολατρικού τάφου – ότι αντιπροσωπεύει άμεσα το Αιώνιο, ακόμα κι αν μιλάει για την ώρα ενός ραντεβού ή για την ανεμόσκαλα που χρειάζεται σε μια απόδραση;… Φυσικά, η Φραντσέσκα δεν μιλάει βέβαια για ασήμαντα θέματα· είναι πολύ σπουδαία ποιήτρια, όπως φαίνεται από την πρώτη της κιόλας απόπειρα. Είπα ποιήτρια, και δεν πιστεύω πως άφησα να με παρασύρει η συγκίνηση ή ο ενθουσιασμός ξεστομίζοντας αυτή τη λέξη που δείχνει και μια κοινωνική θέση, το ξέρω, την ανώτατη θέση που μπορεί να δοθεί σε ανθρώπινο πλάσμα: στην Κίνα, αλλά και στις Βερσαλλίες, οι ποιητές πηγαίνουν στις πομπές ακριβώς πίσω από τον ηγεμόνα· ο Ρακίνας κι ο Μποσυέ, ακόμα κι ο Κορνέιγ –αν και ήταν τύπος ανόητος και λίγο βρόμικος, ακριβώς όπως ο Λα Φοντέν–, γίνονταν πάντα δεκτοί από το βασιλιά πριν από τον υπουργό Κολμπέρ, πριν από την ίδια τη Μαντάμ ντε Μοντεσπάν και το Μεσιέ ντε Βαντόμ. Ο ποιητής είναι άνθρωπος υψηλού επιπέδου, περιβάλλεται από ένα μυστικό φωτοστέφανο και φοράει ένα αόρατο μετάλλιο, το ξέρω καλά. Ίσως γι’ αυτό νιώθω πως η Φραντσέσκα είναι ποιήτρια – και καθώς διαβάζω το πρώτο πόνημά της, αισθάνομαι μια συγκίνηση που με συγκλονίζει βαθιά και με γεμίζει με απέραντο θαυμασμό, μ’ ένα ξεχωριστό κι ορμητικό συναίσθημα που μου εμπνέει, με αληθινή δύναμη, υψηλούς στοχασμούς πάνω στη σοβαρότητα της ζωής. Γι’ αυτό λοιπόν έγραψε “πρέπει”. Μια λέξη, αγόρι μου, που αποπνέει τόσο λεπτή δύναμη! Είναι μια προσταγή, μια λέξη βασιλική, είναι κάτι παραπάνω από διαταγή, γιατί κλείνει ταυτόχρονα μέσα της μια εξήγηση κι ένα νόημα – θα μπορούσε να είχε γράψει απλά “θέλω”, που θα ήταν εξίσου βασιλικό, αλλά και κάπως υπεροπτικό. Όμως όχι, διάλεξε ακριβώς την κατάλληλη λέξη, την πιο ακριβή, τη λέξη που εκφράζει προσταγή αλλά ταυτόχρονα και κάποια υποταγή: “πρέπει”, λέει, και ομολογεί ότι ενώ επιβάλλει τη θέλησή της, υπακούει με τη σειρά της σε μια μυστηριώδη διαταγή· “πρέπει”, επομένως εκείνη που ζητάει το ραντεβού βρίσκεται σε κατάσταση ανάγκης, δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, δεν μπορεί να συνεχίσει να περιμένει, αντιμετωπίζει κάποιο πρόβλημα, και γι’ αυτό σε καλεί έτσι αυστηρά για να σου αναγγείλει κάτι. Σ’ αυτή τη λέξη υπάρχει ένα ίχνος ταραχής, κάτι πολύ ανθρώπινο και συγκινητικό. Είναι σαν να μην τα θέλει εκείνη όλ’ αυτά, ναι, Τζάκομο, δεν ξέρω αν διαβάζω καλά με τα γερασμένα μάτια μου κι αν ακούω ακόμα καλά με τα κουρασμένα αυτιά μου, όμως όλη αυτή η φράση, που θα μπορούσε να είναι κι ο πρώτος στίχος ενός ποιήματος, αποπνέει μια αίσθηση ταραχής και ανημπόριας, όπως όταν κάποιος σταματάει κάτω από τ’ αστέρια, μπροστά στη μοίρα του, κι έπειτα αποφασίζει να πει την αλήθεια, τη θλιβερή και υπέροχη αλήθεια. Ποια είναι αυτή η αλήθεια; Δεν είναι απλά το γεγονός ότι η Φραντσέσκα “θα ήθελε” να σε δει, είναι κάτι περισσότερο και κάτι λιγότερο – η φωνή της ζητάει βοήθεια κι είναι γεμάτη αγωνία, επιβάλλει τη θέλησή της και ταυτόχρονα ομολογεί ότι κι εκείνη, η συντάκτρια, είναι με τη σειρά της θύμα της ίδιας επιβολής. “Πρέπει να δω”: από το πάντρεμα αυτών των λέξεων διαφαίνεται κάτι σαν απειλητική ηχώ· εκείνη που επιβάλλει κάτι μ’ αυτό τον τρόπο, ομολογεί ότι βρίσκεται με τη σειρά της σε κίνδυνο, ναι, παραδέχεται ότι θα προτιμούσε ν’ αποφύγει το ρίσκο και να τα παρατήσει, όμως δεν μπορεί να κάνει διαφορετικά, κι έτσι υπακούει και διατάζει. Είναι τέλειες οι λέξεις της. Και τέλος, λογικά, αλλά με την ίδια αντήχηση μιας καμπάνας που οι χτύποι της φτάνουν από κάπου, γράφει: “εσένα”. Είναι μια λέξη μεγαλειώδης, Τζάκομο. Δεν ξέρω αν υπάρχει τίποτα πιο μεγαλειώδες που μπορείς να πεις σε κάποιον… Είναι μια λέξη ολοκληρωμένη, με μιαν αντήχηση που κατακλύζει το σύμπαν της ανθρώπινης ψυχής, είναι μια λέξη οδυνηρή που μας πλάθει και μας προσδιορίζει, που δίνει φωνή στην προσωπικότητα και την τονώνει. Ο Θεός απευθύνθηκε για πρώτη φορά στον άνθρωπο μ’ αυτή τη λέξη, όταν τον δημιούργησε και είδε πως κάτι του έλειπε, και τότε τον φώναξε με τ’ όνομά του και του μίλησε στον ενικό. “Εσένα”. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει;… Σ’ αυτό τον κόσμο υπάρχουν εκατομμύρια κι εκατομμύρια άντρες, όμως εκείνη θέλει να δει “εσένα”. Υπάρχουν τόσοι πιο ευγενείς, πιο όμορφοι, πιο νέοι, πιο ενάρετοι, πιο σοφοί, πιο ηρωικοί, ναι, δεν το λέω για να σε θίξω, αλλά πρέπει ν’ αναλογιστείς –όσο κι αν είναι δυσάρεστο και μπορεί να πληγώνει τον εγωισμό σου– ότι υπάρχουν και τόσοι άλλοι πιο άτιμοι, πιο μοχθηροί, πιο πονηροί, πιο ανελέητοι και πιο αναιδείς· κι όμως εκείνη θέλει να δει “εσένα”. Αυτή η λέξη σε ξεχωρίζει μες στην απεραντοσύνη της δημιουργίας, σε διακρίνει απ’ όλα όσα σε κάνουν όμοιο με τ’ άλλα ανθρώπινα όντα, σε εξυψώνει και σε περιβάλλει μ’ ένα αξίωμα, όπως το σπαθί του βασιλιά που χρίζει τους ιππότες. Είναι φοβερή λέξη. “Εσένα”, γράφει η Φραντσέσκα, η σύζυγός μου, η κόμισσα της Πάρμας, και τη στιγμή που έγραψε αυτή τη λέξη, εσύ έγινες αληθινός αριστοκράτης, έστω κι αν στην πραγματικότητα δεν είσαι παρά ένας τυχοδιώκτης που στολίζεται μ’ έναν τίτλο ευγενείας χωρίς να έχει το δικαίωμα. “Εσένα”, έγραψε, και τι δύναμη και κύρος έχει το μήνυμά της! Τα γράμματα ξεχειλίζουν από ορμή, όπως ένα υψωμένο μπράτσο φουσκώνει από αίμα και μυς όταν ετοιμάζεται να χτυπήσει. Σ’ αυτό το σημείο η συντάκτρια ξέρει ήδη τι θέλει να πει, δεν ψάχνει τη σωστή έκφραση, γράφει αποφασιστικά τη μοναδική λέξη πάνω στην οποία στηρίζονται η φράση κι όλη η δομή, θα έλεγα ότι σχεδόν λέει με τ’ όνομά του το νόημα του δημιουργήματός της. “Εσένα”… Μυστηριώδης λέξη. Σκέψου λίγο τους αμέτρητους άντρες που θ’ άξιζε να τους δει κανείς, ακόμα και η Φραντσέσκα, έστω κι αν δεν “πρέπει” να τους δει, άντρες που θα ήταν σε θέση να της προσφέρουν κάτι πιο αξιόλογο, πιο αυθεντικό και πιο σημαντικό απ’ αυτό που θα μπορούσες να της προσφέρεις εσύ, κι ας είσαι συγγραφέας κι έχεις ταξιδέψει, άντρες που έχουν δει το Νέο Κόσμο και τις Ινδίες, επιστήμονες που έχουν αποκρυπτογραφήσει τα μυστικά της φύσης κι έχουν συντάξει νέους νόμους· κι όμως εκείνη, ανάμεσα σε τόσους άλλους, θέλει να δει ειδικά “εσένα”… Και μ’ αυτή τη λέξη σε καλεί ονομαστικά, κι είναι σαν να σε κάνει να ξαναγεννιέσαι. Γιατί θα μπορούσε λόγου χάρη να ήθελε να δει εμένα, δεν θα ήταν καθόλου παράξενο, στο κάτω κάτω είμαι ο σύζυγός της· πρέπει όμως να δει “εσένα”, μονάχα “εσένα”… Αυτό είναι λοιπόν το νόημα του κειμένου. Και τώρα που ολοκληρώσαμε τη μελέτη των επιμέρους στοιχείων, ας θαυμάσουμε άλλη μια φορά συνολικά τη στέρεη και πυκνή δομή, τη συγκρότηση της σκέψης, τη λεπτή αποφασιστικότητα στην εκτέλεση, την ύψιστη, λακωνική κι όμως γλαφυρή, τελειότητα της έκφρασης. Και τέλος η υπογραφή, πολύ σεμνή, το αρχικό του ονόματός της – γιατί είναι περιττό να βάλει κανείς ολόκληρη την υπογραφή του σ’ ένα αληθινό γράμμα, σ’ ένα αυθεντικό έργο: το έργο δείχνει από μόνο του το δημιουργό, είναι ένα μ’ αυτόν. Δεν μπορεί κανείς ποτέ να φανταστεί το συγγραφέα της Θείας Κωμωδίας υποχρεωμένο να προσθέσει τ’ όνομά του κάτω από τον τίτλο… Και φυσικά δεν θα τολμούσα ποτέ να κάνω συγκρίσεις. Πάντως το όνομα είναι περιττό όταν μιλάει ολόκληρο το κείμενο, οι λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν, η δομή, κάθε γράμμα ξεχωριστά, όταν διαφαίνεται παντού το ίδιο πνεύμα, η ίδια προσωπικότητα, που δημιούργησε το έργο της επειδή αναγκάστηκε και υποτάχτηκε μόλις συνειδητοποίησε τη μοίρα της, που είναι απλούστατα ότι πρέπει να δει “εσένα”. Και τώρα τελειώσαμε μ’ αυτό», είπε σχεδόν απρόθυμα ο κόμης, κι έπιασε με τα δυο του δάχτυλα την περγαμηνή και την έδωσε αδιάφορα στον οικοδεσπότη. «Ορίστε το γράμμα».

Κι επειδή ο παραλήπτης, ατάραχος, περιορίστηκε ν’ ακουμπήσει το γράμμα στο μάρμαρο του τζακιού, δίπλα στο καντηλέρι, χωρίς καν να το κοιτάξει, τον ρώτησε:

«Θα το διαβάσεις αργότερα;… Ναι, σε καταλαβαίνω. Νομίζω πως θα το διαβάσεις πολλές φορές στη ζωή σου, όταν γεράσεις. Ίσως τότε το καταλάβεις».

 

 

ΙΙ

 

«Συνάντηση τυχοδιώκτη-τοκογλύφου»

 

Με τις τράπουλες στην τσέπη, πήγε να βρει τον κύριο Μενς. Με την πρώτη ματιά που έριξε στον τοκογλύφο, σκέφτηκε ότι τ’ όνομά του δεν του ταίριαζε καθόλου. Τον βρήκε πίσω από την εκκλησία, στο ισόγειο ενός χαμηλού κτιρίου, σ’ ένα δωμάτιο που έβλεπε στην αυλή, περιστοιχισμένον από ζυγαριές και σιδερένια χρηματοκιβώτια. Ήταν ένας τύπος κοντός και καχεκτικός και καθόταν φορώντας τη ρόμπα του πίσω από ένα μακρόστενο τραπέζι· είχε χέρια κιτρινιάρικα και λεπτά, με μακριά νύχια, μυτερά και κάπως καμπυλωτά, και μ’ αυτά έπιανε τ’ αντικείμενα όπως το αρπακτικό πουλί τη λεία του, και τα μαλλιά του ήταν γκρίζα, αχτένιστα και λαδωμένα κι έπεφταν στο μέτωπό του. Κοίταξε τον ξένο με μάτια ζωηρά, βαθιά χωμένα στις κόγχες τους, που έλαμπαν από εξυπνάδα και περιέργεια, και τον υποδέχτηκε φιλοφρονητικά, ψελλίζοντας και χειρονομώντας, ντυμένος μ’ αυτό το βρόμικο καφτάνι του που θύμιζε αόριστα ρομπ ντε σαμπρ: δεν σηκώθηκε από την πολυθρόνα, υποκλίθηκε καθιστός, με την πλάτη στητή, ανακατεύοντας στην κουβέντα του εκφράσεις γαλλικές, ιταλικές και γερμανικές, κι απάντησε στις ερωτήσεις μ’ ένα μουρμουρητό, σαν να μιλούσε για πράγματα ευτελή κι οι σκέψεις του ταξίδευαν αλλού, σαν να μην έδινε προσοχή σε όσα του ’λεγε ο νεοφερμένος. «Α!» έκανε όταν άκουσε τ’ όνομα του επισκέπτη· σήκωσε τα φρύδια ίσαμε το λιγδερό κι αχτένιστο τσουλούφι του κι έπειτα άρχισε ν’ ανοιγοκλείνει γρήγορα τα ζαρωμένα βλέφαρά του, με μια έκφραση μαϊμούς που ξεψειρίζεται. «Ο γέροντας άκουσε καλά; Ο δύστυχος ο άρρωστος άκουσε καλά με τα ταλαίπωρα τ’ αυτιά του;» Μιλούσε για τον εαυτό του σε τρίτο πρόσωπο, κι αυτό το ζούσε έντονα και ειλικρινά, σαν να χαϊδολογιόταν από μόνος του. «Ο Μενς είναι πολύ γέρος», διευκρίνισε με φωνή παραπονιάρικη, «και κανείς δεν έρχεται πια να τον δει. Είναι γέρος και φτωχός», πρόσθεσε για κάθε ενδεχόμενο. «Αλλά ο ξένος ήρθε», συμπλήρωσε, κι έπειτα σώπασε.

«Ήταν το πρώτο πράγμα που έκανα», είπε ευγενικά ο ξένος.

Μιλώντας για χρήματα, χαμήλωσαν τη φωνή, όπως οι ερωτευμένοι μιλάνε για τα αισθήματά τους. Άρχισαν να συζητάνε για χρήματα αμέσως, χωρίς προλόγους, με την έξαψη και το φλογερό ενδιαφέρον δυο ειδημόνων στο ίδιο αντικείμενο, που αναγνωρίζουν στη στιγμή ο ένας τον άλλο, έστω κι αν συναντήθηκαν τυχαία σε μια κοινωνική εκδήλωση, κι ενώ η οικοδέσποινα παίζει πιάνο ή κάποιος απαγγέλλει ποιήματα, αυτοί ξεμοναχιάζονται δίπλα σ’ ένα παράθυρο για να παραδοθούν στο κοινό κρυφό τους πάθος, στο θέμα της ειδικότητάς τους, και ξεκινούν χωρίς χρονοτριβή τη συζήτηση για τα ορυκτά ή για το πεπτικό σύστημα των καγκουρό. Έτσι ακριβώς άρχισαν να μιλάνε για χρήματα, μπαίνοντας κατευθείαν στο θέμα κι επικοινωνώντας με απλούς υπαινιγμούς, σαν να ’ξερε ο καθένας ότι κι ο άλλος ήταν ειδικός σ’ αυτό τον τομέα κι έπιανε στον αέρα ό,τι του έλεγαν· συζητούσαν μεταξύ τους σαν επιστήμονες. «Ενέχυρο», έλεγε ο Μενς, και η λέξη γλιστρούσε από τα χείλη του σαν να ετοιμαζόταν να ξεστομίσει έναν όρκο. «Πίστωση», έλεγε ο επισκέπτης με διαπεραστική φωνή, αυθόρμητη και γεμάτη αυτοπεποίθηση, λες και δεν υπήρχε τίποτα πιο απλό, λες και ο ρυθμός κι ο αφοπλιστικός ήχος εκείνης της λέξης έπρεπε να ήταν αρκετά για να μαλακώσει η καρδιά του γέρου. Συζήτησαν ώρα πολλή, με ζέση, πάνω σ’ εκείνες τις δυο έννοιες. Βλέποντάς τους κανείς από μακριά, θα μπορούσε να τους πάρει για διανοούμενους βυθισμένους σε μια διένεξη. Πρόφεραν και οι δυο με ύφος απόλυτης σιγουριάς εκείνες τις απλές λέξεις, που αποτελούσαν, ας πούμε, την πεμπτουσία της φύσης τους, τη φλογερή πίστη και την πραγματικότητα όπου ήταν θεμελιωμένη η ζωή τους. Επειδή αυτό που για τον ένα σήμαινε «ενέχυρο», για τον άλλο σήμαινε «πίστωση», κι όχι μονάχα εκείνο το βράδυ, εκείνο το συγκεκριμένο λεπτό, αλλά κι οποιαδήποτε άλλη στιγμή, σε όλες τις πιθανές καταστάσεις που θα μπορούσε να φανταστεί κανείς. Αυτό που ο ένας κατάφερνε να το αντιληφθεί αποκλειστικά με τη μορφή ενέχυρου και εγγύησης, ο άλλος το απαιτούσε από τον κόσμο με τη μορφή πίστωσης, το απαιτούσε μ’ όλο του το είναι και μια για πάντα, πέρα από τα υλικά του συμφέροντα της στιγμής: ήταν η ομολογία της πίστης του. Ο ένας ενδιαφερόταν για τον κόσμο μόνο στο μέτρο που μπορούσε να τον αποκτήσει ως ενέχυρο, ο άλλος ήθελε ν’ αποκτήσει με πίστωση τη ζωή, την ευτυχία, την ομορφιά, τη νιότη και πάνω απ’ όλα το χρήμα, που ήταν ένα από τα βασικά εφόδια της ζωής. Γι’ αυτό δεν μίλησαν για συγκεκριμένα ποσά αλλά για ζητήματα αρχής.

Ακούγοντας το όνομα του άρχοντα Μπραγκαντίν, ο σαράφης εντυπωσιάστηκε. «Διακεκριμένος ευγενής», είπε, ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρά του ακόμα πιο γρήγορα. «Σπουδαίο όνομα! Αξίζει χρυσάφι!» Το είπε με τόνο καχύποπτο, με τη βεβαιότητα ότι ο ξένος ήθελε να τον εξαπατήσει, ότι επιχειρούσε να του πασάρει κάτι ανύπαρκτο ή αμφίβολης αξίας κι ότι στην πραγματικότητα προσπαθούσε να του πουλήσει τον άρχοντα Μπραγκαντίν. «Δεν σας βρίσκεται κατά τύχη κανένα δαχτυλίδι;» ρώτησε, σηκώνοντας το μικρό του δάχτυλο με το μυτερό, βρόμικο νύχι κι έπειτα λυγίζοντάς το, για ν’ αφήσει να εννοηθεί ότι, προκειμένου να κλειστεί μια δουλειά, οποιοδήποτε πράγμα ήταν πιο κατάλληλο και πιο πολύτιμο από ένα ανθρώπινο πλάσμα. «Ένα τοσοδά δαχτυλιδάκι», επέμεινε, με την τραγουδιστή και παρακλητική φωνή ενός παιδιού που ζητάει ένα αμυγδαλωτό. «Ένα δαχτυλιδάκι μ’ ένα πετράδι», είπε ανοιγοκλείνοντας τα βλέφαρα και σκάζοντας ένα πλατύ χαμόγελο, κι έπειτα έτριψε τον αντίχειρα και το δείχτη του δεξιού του χεριού, δείχνοντας πόσο όμορφο κι ενδιαφέρον ήταν ένα μικρό δαχτυλίδι, ένα δαχτυλιδάκι με μια πολύτιμη πέτρα, με το οποίο θα είχε κανείς τη δυνατότητα να πετύχει σ’ αντάλλαγμα ένα δάνειο. Σ’ αυτή τη σκέψη, τα τσιμπλιάρικα μάτια του γέμισαν δάκρυα, ενώ περιεργαζόταν επιφυλακτικά τον επισκέπτη του συνεχίζοντας ν’ ανοιγοκλείνει τα βλέφαρα ανήσυχος και παριστάνοντας τον ξένοιαστο, αλλά ταυτόχρονα μ’ έναν αθέλητο σεβασμό, όπως ο παλαιστής που ανεβαίνει στο ριγκ και διαπιστώνει ότι βρήκε επιτέλους έναν αντίπαλο αντάξιό του. Θα προτιμούσε να είχε τελειώσει η συνάντηση, κι όμως τα δάχτυλα των ποδιών και τα χέρια του μυρμήγκιαζαν από μια παράξενη συγκίνηση, ζωηρή κι ενθουσιώδη όπως ο έρωτας: τη συγκίνηση που του προκαλούσε η συναίσθηση πως είχε φτάσει η στιγμή, η σπάνια στιγμή που είχε βρει έναν αληθινό αντίπαλο, ένα σύντροφο που του ταίριαζε, κάποιον που γνώριζε τους απόκρυφους κανόνες και τα τεχνάσματα της μάχης και κατά κάποιον τρόπο ενσάρκωνε και το σκοπό της ζωής του, μιας κι είχε ανέκαθεν την επιθυμία να συναντήσει έναν αντίπαλο σαν αυτόν. Γύρισε τα μανίκια του καφτανιού στα κοκαλιάρικα μπράτσα του, σαν να κραύγαζε: «Εμπρός! Οι δυο μας τώρα!» Κοιτάχτηκαν ευχαριστημένοι, με αμοιβαίο θαυμασμό.

Ο Μενς ήξερε ότι θα έδινε τα χρήματα στον ξένο γιατί δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και ο επισκέπτης ήξερε ότι θα έπαιρνε τα χρήματα από το σαράφη ακόμα και στην –πολύ απίθανη– περίπτωση που ο άρχοντας Μπραγκαντίν δεν έστελνε τα χρυσά νομίσματα που του είχε ζητήσει με τόση λογοτεχνική μαεστρία. «Ο Μενς θα μου δώσει τα λεφτά», έλεγε μέσα του από καιρό, όταν ήταν ακόμα κρατούμενος στη φυλακή των Πιόμπι, και καθώς κατάστρωνε τις λεπτομέρειες της απόδρασής του, είδε κάτι σαν όραμα που του ενέπνευσε εκείνο το όνομα: τώρα που βρισκόταν απέναντι στον τοκογλύφο, διαπίστωσε με χαρά πως το όραμά του είχε αποδειχτεί αληθινό και πως η πραγματικότητα δεν είχε διαψεύσει τα όνειρά του. Ένα ανεξήγητο ένστικτο τον είχε προειδοποιήσει ότι ο Μενς –που είχε ακούσει κάποτε τ’ όνομά του από έναν Ολλανδό έμπορο υφασμάτων– μπορεί να γινόταν γι’ αυτόν ένας αληθινός αντίπαλος κι ένας συνεταίρος στις δουλειές του, ότι οι δυο τους είχαν κάτι κοινό κι ότι μια μέρα θα βρίσκονταν πρόσωπο με πρόσωπο, και τότε ο Μενς θ’ απελπιζόταν και θα παραπονιόταν, αλλά στο τέλος δεν θα κατάφερνε να του αντισταθεί. Η διεύθυνση, έλεγε ο κόσμος, ορίστε η διεύθυνση· μα τι μπορεί να σημαίνει μια διεύθυνση, τι μπορεί ν’ αξίζει μια διεύθυνση;… Πολλά, ή μάλλον τα πάντα, κι αυτός το ήξερε καλά. Η διεύθυνση έχει μια προσωπικότητα, αποτελεί ήδη ένα γεγονός και συμβολίζει μια πράξη, πρέπει να φυσήξουμε πάνω της, να τη ζεστάνουμε με τις ακτίνες της φαντασίας και της θέλησης: κάποια στιγμή η διεύθυνση αρχίζει να δίνει σημάδια ζωής, έπειτα μεταμορφώνεται σε πραγματικότητα και στο τέλος, τρίζοντας τα δόντια, σου μετράει το παραδάκι. Ο Τζάκομο ήξερε τέτοιες διευθύνσεις, στη Λιόν, στο Παρίσι, στη Βιέννη, ακόμα και στο Μάντσεστερ. Οι διευθύνσεις μεταβιβάζονταν όπως οι θρύλοι στη ζωή των λαών· στη Νάπολη υπήρχε ένας σαράφης που έφτανε να του πεις «Που να σε πάρει ο Χάρος!» για να ξεσπάσει σε δάκρυα και να δεχτεί οποιαδήποτε συναλλαγματική. Νά γιατί κοιτούσε τώρα τον Μενς με ηρεμία, απολαμβάνοντας την αρμονική συμφωνία που βασίλευε ανάμεσα στην πραγματικότητα και στις φαντασιώσεις του: με ηρεμία και σχεδόν με τρυφερότητα. Και ο Μενς τον κοιτούσε με τον ίδιο τρόπο, τρεμοπαίζοντας τα βλέφαρα, με τον αόριστο φόβο και τον ενθουσιασμό που στέκεται κανείς μπροστά στην ίδια του τη μοίρα.

Και γι’ αυτό του έδωσε τελικά τα χρήματα – όχι πολλά, πάντως πάνω από αρκετά, ώστε να μπορέσει να εμφανιστεί δημόσια στο Μπολτσάνο, όπου, ήταν βέβαιος, τον περίμεναν όλοι με ανυπομονησία. Ο Μενς του έδωσε τριάντα δουκάτα, ακουμπώντας τα ένα-ένα στη στιλβωμένη επιφάνεια του τραπεζιού, συγκινημένος και με τρεμάμενα χέρια, χωρίς να απαιτήσει σ’ αντάλλαγμα ούτε δαχτυλίδια ούτε άλλου είδους ενέχυρα, απλά με πίστωση, με μόνο αντάλλαγμα την υπογραφή του, σαν προκαταβολή από το έμβασμα που θα έστελνε ο άρχοντας Μπραγκαντίν, το οποίο, στην πραγματικότητα, για την ώρα βρισκόταν ακόμα στο φεγγάρι ή ποιος ξέρει πού, όπως άλλωστε και τα χρήματα που δεν ήταν αραδιασμένα εκεί στο τραπέζι. Όταν ο Μενς παρέδωσε στον ξένο το μασούρι από περγαμηνή, όπου τύλιξε τα χρυσά νομίσματα, σηκώθηκε από το πίσω μέρος του τραπεζιού και συνόδεψε τον επισκέπτη του ώς την κεντρική είσοδο, με τελετουργικές υποκλίσεις και χειρονομίες, σαν μέγας αρχιερέας. Ύστερα στάθηκε στο κατώφλι και τον περιεργάστηκε ώρα πολλή.

Ο άντρας στον οποίο είχε δώσει χρήματα με πίστωση και με αντάλλαγμα μια υπογραφή απομακρύνθηκε με γρήγορο βήμα στο σκοτεινό δρόμο. Ο Μενς, κουνώντας το κεφάλι και μουρμουρίζοντας μέσ’ απ’ τα δόντια του ένα κράμα από ιταλικές, γερμανικές και γαλλικές εκφράσεις, τον ακολούθησε με το βλέμμα ώσπου εκείνος χάθηκε μες στην ομίχλη. Ο ξένος προχωρούσε βιαστικά, σχεδόν τρέχοντας, προς τα φώτα της κεντρικής πλατείας. Έφτασε κοντά στην εκκλησία την κατάλληλη στιγμή και μπόρεσε να δει μια άμαξα, με όρθιους στο πίσω μέρος δυο υπηρέτες που κρατούσαν δάδες, και να διακρίνει φευγαλέα μέσ’ από το παραθυράκι ένα χλομό πρόσωπο – το πρόσωπο της Φραντσέσκας.

«Φραντσέσκα!» φώναξε.

Την ίδια στιγμή άρχισε να χιονίζει. Ο ξένος στάθηκε καταμεσής στην πλατεία, κάτω απ’ το χιόνι, και η άμαξα πέρασε μπροστά του. Τώρα ένιωθε τον πόνο που νιώθουμε πάντα όταν οι επιθυμίες μας γίνονται πραγματικότητα. Με τα χέρια πλεγμένα πίσω στην πλάτη και με το κεφάλι του σκυφτό, τράβηξε για το Πανδοχείο του Ελαφιού, σκεφτικός κι ανήσυχος. Ένιωθε πολύ πιο μόνος απ’ όσο ένιωσε ποτέ σ’ εκείνο το κολαστήριο, κάτω από τις μολυβένιες στέγες.

 

κατα παραχώρηση του εκδότη στο elogos.gr