Συνέντευξη με τη Ρέα Γαλανάκη

«Η λογοτεχνία έχει μια μεγάλη δύναμη, κυρίως στη διαμόρφωση ιδεών και συνειδήσεων»

Του Βασίλη Λεβαντίδη

 

   «Να ζωντανέψει πρόσωπα που βρίσκονται πεταμένα στα σκουπίδια της επίσημης Ιστορίας» έχει ως στόχο η Ρέα Γαλανάκη με το νέο της βιβλίο  «Ο αιώνας των λαβυρίνθων» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Καστανιώτη». Mε επίκεντρο την Kρήτη, ανέκαθεν ταυτισμένη με τον μύθο του Λαβυρίνθου, η Γαλανάκη περιγράφει την ιστορία μιας φανταστικής οικογένειας που ξεκινά το 1878 κατά την οθωμανική περίοδο και σταματά το 1978 μετά το τέλος της δικτατορίας.

    Στο ιστορικό αλλά ταυτόχρονα και βαθιά πολιτικό μυθιστόρημά της και σε μια ιδιαίτερα υποβλητική ατμόσφαιρα, δεν λείπουν οι αναφορές σε πρόσωπα και γεγονότα που πραγματικά έχουν σφραγίσει την ιστορία της Ελλάδας και ιδιαίτερα της Κρήτης.

    Η βραβευμένη με το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης» αλλά και το Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος συγγραφέας, φαίνεται ότι προτιμά να αντιπαραθέσει στον σύγχρονο «Aιώνα των Φώτων», το φως αλλά κυρίως το σκοτάδι που συμβολίζει ο λαβύρινθος, σε τρεις σταθερούς άξονες, την ανακάλυψη του μινωικού πολιτισμού, το μυστήριο της εξαφάνισης μίας γυναίκας, της Σκεύως Καλοκαιρινού, και ένα πολιτικό έγκλημα που αγγίζει την κρητική βεντέτα.

 

 

 

Στον «Αιώνα των Λαβυρίνθων» οι πρωταγωνιστές αγωνιούν για την προσωπική τους πορεία στο χρόνο και την ιστορία, στην ουσία για τους πραγματικούς τους λαβυρίνθους, με αέναο φόντο την Κρήτη, ένα νησί που απολαμβάνει εδώ και αιώνες τα μυστικά των λαβυρίνθων.

 

            Ως προς τους ήρωες, νομίζω ότι είναι πράγματι έτσι, δηλαδή κάθε ήρωας προσπαθεί να λύσει το δικό του λαβύρινθο, να βγει απ’ το δικό του λαβύρινθο, γιατί καθενός η ζωή είναι περίπλοκη, είναι σκοτεινή, έχει τις μικρές και καθημερινές οικογενειακές χαρές αλλά έχει και τα μεγάλα πάθη και τις ιστορικές συγκρούσεις και όλα αυτά.

            Η Κρήτη, πράγματι, έχει ταυτιστεί από πάρα πολύ παλιά με το λαβύρινθο, είναι η πατρίδα μου, η Κνωσός είναι δίπλα στο Ηράκλειο, την πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Κάνοντας επομένως ένα βιβλίο για την πατρίδα μου στον 20ο αιώνα, ένα βιβλίο για τη γενέτειρα πόλη, δεν θα μπορούσα παρά να αναφερθώ και στο αρχαιολογικό και μυθολογικό παρελθόν της Κρήτης μέσα από έναν ιδιαίτερο τρόπο νοηματοδοτώντας τον αιώνα που πέρασε.

 

«Ο Λαβύρινθος επιστρέφει στο προσκήνιο» έγραψε στα «Νέα» η Μικέλα Χαρτουλάρη. Σε τι αποσκοπεί τελικά η χρησιμοποίηση του μυθολογικού αυτού στοιχείου στη λογοτεχνία;

 

Ο λαβύρινθος είναι ένα σύμβολο και δεν ταυτίζεται με καμία ιστορία. Ο λαβύρινθος είναι μυθολογικό στοιχείο και η μυθολογία δεν ταυτίζεται με την ιστορία, είναι πού παλαιότερο στοιχείο από την ύπαρξη της ιστορίας στην Ελλάδα. Διάλεξα αυτόν τον τίτλο για το βιβλίο μου γιατί ακριβώς με γοητεύει το εξής διαχρονικό, το ότι ο λαβύρινθος ως σύμβολο ενώ είναι πανάρχαιο - προελληνικό, έχει φθάσει μέχρι τις μέρες μας και ο κόσμος ξέρει τι είναι λαβύρινθος και χρησιμοποιεί αυτό το σύμβολο καθημερινά. Αυτό είναι ένα γοητευτικό φαινόμενο, μια γοητευτική διαδρομή μιας λέξης και ενός συμβόλου. Γι’ αυτό στο βιβλίο μου αυτό δουλεύω και με τα δύο σκέλη, δηλαδή και με το αρχαιολογικό προκειμένου να περιγράψω μια ξεχασμένη ανασκαφή της Κνωσού από τον Μίνωα Καλοκαιρινό που νόμισε πως βρήκε τον Λαβύρινθο και με το καθημερινό, αυτό που σήμερα όλοι μας λέμε ο λαβύρινθος της ζωής, ο λαβύρινθος των πραγμάτων, μια κατάσταση δύσκολη και σκοτεινή που πρέπει να προσπαθήσουμε να ξεπεράσουμε χωρίς βέβαια να είναι σίγουρο το τέλος.

 

Πολλοί θεωρούν «φθαρμένη συνταγή» στη λογοτεχνία αυτό το μυθολογικό σύμβολο…

 

Δεν είναι έτσι. Σε μένα ο λαβύρινθος ήταν έξω από την πόρτα που γεννήθηκα, εννοώ την Κνωσό! Φθαρμένο σύμβολο ας είναι για άλλους, για μένα ήταν ένα μοτίβο με το οποίο μεγάλωσα γιατί ήταν έξω από την πόρτα μου και είναι γνωστό ότι το ανάκτορο της Κνωσού από πολλούς αρχαιολόγους ταυτίζεται με τον λαβύρινθο.  

 

Σας προβληματίζει περισσότερο ο λαβύρινθος της ιστορίας ή αυτός των ανθρώπινων σχέσεων;

 

Απλώνω το λαβύρινθο σε όλα. Υπάρχει ο λαβύρινθος των προσωπικών σχέσεων, ο λαβύρινθος της ιστορίας, αλλά υπάρχει ταυτόχρονα και ο λαβύρινθος των πιο μικρών και καθημερινών πραγμάτων, ο λαβύρινθος του έρωτα, των γραμμάτων και της γραφής, ο λαβύρινθος ενός ηττημένου αντάρτη, αλλά και ο λαβύρινθος της γενέθλιας πόλης, του γενέθλιου τόπου και ειδικότερα της πόλης του Ηρακλείου, μιας πόλης που διατηρεί και αναδεικνύει μέχρι και σήμερα τον βενετσιάνικο ιστό της σε πάρα πολλά σημεία, μια πόλη που ήταν περιτειχισμένη με πολλά μικρά δρομάκια.

 

Η Κρήτη απολαμβάνει εδώ και αιώνες τα «μυστικά των λαβυρίνθων»... 

 

Ναι τα απολαμβάνει, ο λαβύρινθος δεν είναι όμως μόνο ελληνικό φαινόμενο. Ο Λαβύρινθος υπάρχει στη Λατινική Αμερική, υπάρχει βέβαια στην Αίγυπτο. Παρόλα αυτά είναι πάρα πολύ ταυτισμένο από τους αρχαίους ‘Ελληνες συγγραφείς με την Κρήτη.

 

Το βιβλίο σας παρακολουθεί την ιστορία μιας οικογένειας που ζει ακολουθώντας τις πολιτικές εξελίξεις και τις διάφορες ανακατατάξεις. Από την πρώτη ανακάλυψη της Κνωσού, τη Μικρασιατική καταστροφή, την κατοχή και τον εμφύλιο μέχρι και τη δικτατορία. Συμφωνείτε με αυτό που υποστήριξαν ορισμένοι κριτικοί, ότι το μυθιστόρημά σας αυτό ολοκληρώνει μια τριλογία βιβλίων σας που αφορούσαν τον 19ο και ανοίγει έναν νέο κύκλο που αφορά τον 20ο αιώνα;

 

            ‘Εχει ονομαστεί τριλογία το σύνολο των τριών πρώτων μυθιστορημάτων μου, όχι από μένα αλλά από άλλους. Μπορώ να πω ότι με αυτό το βιβλίο μπήκα στον 20ο αιώνα, γεγονός που με ευχαρίστησε πάρα πολύ. Δεν μπορούμε φυσικά να μιλήσουμε για τριλογία, αυτά δεν τα αποφασίζω εγώ εκ των προτέρων, αυτά θα βγούνε μόνα τους και προτιμώ να τα λένε άλλοι και όχι εγώ, εφόσον πρόκειται για κατατάξεις.

 

Κινείστε πάντοτε στα βιβλία σας, και αυτό ίσως να οφείλεται και  στις σπουδές σας, με εξαιρετική άνεση στο χώρο της ιστορίας. Στα έργα σας υπάρχει διαρκώς ένα ιστορικό φόντο στο οποίο διαδραματίζονται τα γεγονότα. Στη διαδρομή σας πόσο θεωρείτε ότι σας έχουν επηρεάσει οι σπουδές σας.

 

            Τα χρόνια που σπούδασα που σπούδασα ιστορία, η ιστορία γραφότανε στο δρόμο και αυτό είναι το πιο σημαντικό απ’ όλα. Ιστορία δεν σπούδασα τίποτα στο πανεπιστήμιο, μόλις πρόλαβα να έχω ένα δυο σημαντικούς καθηγητές, γιατί μετά ήρθε η δικτατορία και όλα αυτά σταμάτησαν. ‘Ομως, την αίσθηση της ιστορίας την έχω από δυο πράγματα, πρώτον εξαιτίας του πατέρα μου που ήταν ένα πρόσωπο αρκετά ανακατεμένο στην πολιτική, βενιζελικός στο Ηράκλειο και αφετέρου γιατί εγώ η ίδια ως αριστερή φοιτήτρια τον καιρό της δικτατορίας είχα μια δική μου στάση απέναντι στα γεγονότα γνωρίζοντας ας πούμε ότι αυτό είναι η ιστορία. ‘Ολο αυτό είναι πιο πολύ από δικές μου καταβολές και βιώματα παρά από τις σπουδές μου. Μπορώ να πω ότι αργότερα διάβασα μερικά πράγματα ιστορικά, πιο σύγχρονα, μου άνοιξαν το μυαλό, συστηματοποίησαν κάποιες σκέψεις, αλλά είναι πιο πολύ από βιώματα παρά από τις σπουδές μου.

 

            Ο «Αιώνας των Λαβυρίνθων» αφορά τα πάθη ενός «μαρτυρικού αιώνα». Γιατί;

 

            Ο 20ος αιώνας έχει χαρακτηριστεί από πολύ γνωστούς και διαπρεπείς ιστορικούς όπως είναι ο Έρικ Χομπσμπαουμ, ή ο Μαρκ Μαζάουερ, ως ένας σκοτεινός αιώνας. Προσωπικά, ήθελα να τονίσω αυτό το χαρακτηριστικό του σκοτεινού αιώνα, με έναν τρόπο βέβαια πιο συμβολικό και λογοτεχνικό. Γι’ αυτό χρησιμοποίησα το μοτίβο του λαβυρίνθου.

 

Μπορεί η μνήμη να επιστρέψει μέσα από τη λογοτεχνία;

 

            Η μνήμη επιστρέφει, αλλά δεν θα ήθελα να επιστρέψουνε τα πάθη και οι συγκρούσεις. Θεωρώ ότι έκανα ένα βιβλίο που κλείνει λογαριασμούς με ένα μεγάλο χρονικό διάστημα ιστορίας και γεγονότων χωρίς όμως να δίνει και άφεση αμαρτιών. Δε σημαίνει, δηλαδή, ότι ξεχνάμε τα πάντα και μπορούμε να προχωρήσουμε στο μέλλον.

 

            Είναι καλό τελικά να στρέφουμε το βλέμμα μας στο παρελθόν;

           

            Δεν υπάρχει παρόν χωρίς παρελθόν.

 

            Γιατί οι ήρωες του βιβλίου σας είναι «πρόσωπα πεταμένα στα σκουπίδια της επίσης ιστορίας»;

 

            Μα είναι έτσι. Γιατί νομίζω πως και ο Ισμαήλ Φερίκ Πασάς και ο Ανδρέας Ρηγόπουλος και η Ελένη Αλνταμούρα, μιλώ για τα πρόσωπα της τριλογίας των προηγούμενων βιβλίων μου, ήταν πρόσωπα σημαντικά για την εποχή τους λίγο ή πολύ αλλά δυστυχώς άγνωστα, γιατί ακριβώς δεν περνάνε μέσα στις επίσημες ιστορίες αυτά. Επειδή επίσημη ιστορία, αυτή δηλαδή που μαθαίνουμε,  είναι και μια κεντρική ιστορία, τα περιφερειακά αυτά πρόσωπα είναι πιο εύκολο να πεταχτούν στα σκουπίδια!

 

            Το βιβλίο, παράλληλα με τις διηγήσεις, φιλοτεχνεί και το πορτραίτο της Κρήτης στο μάκρος ενός αιώνα (1878-1978);

 

            Ασφαλώς, θα το ήθελα πολύ να φιλοτεχνεί το πορτραίτο της  Κρήτης. Γι’ αυτό υπάρχει και αρχαιολογία και προφορικός πολιτισμός και ιστορία και βεβαίως υπάρχει πάρα πολύ δική μου φαντασία και ανάπλαση  γεγονότων και βιωμάτων. Το βιβλίο αποτυπώνει την συγκεκριμένη εποχή η οποία φθάνει, τουλάχιστον για μένα, σε ένα μεγάλο μέρος της ζωής μου. 

            ‘Ηθελα τόσο πολύ να κάνω ένα βιβλίο για την Κρήτη του 20ου αιώνα, ένα βιβλίο συνολικό από όλες τις πλευρές και τις ματιές, που κάποια στιγμή είχα σκεφθεί να το ονομάσω «Χρονικό των Λαβυρίνθων», αλλά υπερίσχυσε ο «Αιώνας» και αυτό κλείνοντας το μάτι στον «Αιώνα των Φώτων»!

 

            Τι συναισθήματα σας διακατείχαν όταν ολοκληρώνατε το βιβλίο αυτό;

 

            ‘Ηθελα προσωπικά να κάνω ένα βιβλίο, σαν να ήτανε μια δέσμευσή μου απέναντι σ’ αυτό που υπήρξε για μένα η Κρήτη και το οποίο εάν θέλετε τελειώνοντάς το, φωτίσθηκε περισσότερο. Γιατί είχα πολλές συγκρούσεις σε προσωπικό επίπεδο, με τον τόπο μου και έτσι μπόρεσα να δω τα πράγματα πολύ πιο σφαιρικά.

 

            Μπορεί ο συγγραφέας να είναι απολογητής ιστορικών γεγονότων;

 

            Ο συγγραφέας είναι στοχαστής και των αισθημάτων και των γεγονότων!

 

            Σ’ αυτό το βιβλίο σας αισθάνεστε περισσότερο λογοτέχνης ή ιστορικός, γιατί όπως έχετε δηλώσει «σας ενδιαφέρει πάρα πολύ ο ρεαλισμός των ιστορικών γεγονότων».

 

            Αισθάνομαι εκατό τοις εκατό λογοτέχνης! ‘Οπως ακριβώς σε μια ταινία εάν βλέπαμε ιστορικές φωτογραφίες, αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι κάνει κανείς ένα μυθοπλαστικό έργο. Είναι και αυτό ένα παιχνίδι μέσα στην αφήγηση.

 

            Που βρίσκεται σήμερα το ιστορικό μυθιστόρημα;

 

            Προσωπικά, δεν με ενδιαφέρει το πως ονομάζει κανείς τα μυθιστορήματά μου. Βεβαίως αντλώ θέματα από την ιστορία. Αυτό που με ενδιαφέρει στην Τέχνη και μόνον είναι το πως διαχειρίζεται ο δημιουργός το υλικό του. Αυτό  κάνει η Τέχνη. Επομένως, ένα ιστορικό μυθιστόρημα μπορεί να είναι ή καλό ή κακό, δεν το σώζει το ότι είναι ιστορικό. ‘Ενα κοινωνικό μυθιστόρημα ανάλογα μπορεί επίσης να είναι καλό ή κακό. Το ιστορικό και κοινωνικό μυθιστόρημα πάνε πολύ συχνά μαζί. ’Ενα ερωτικό μυθιστόρημα μπορεί να είναι καλό ή κακό, σημασία έχει με τι ταλέντο και με τι τρόπο δουλεύει ο δημιουργός το έργο του. Τίποτε άλλο απολύτως. Δηλαδή, το ότι κάνει κανείς ιστορικό μυθιστόρημα, δεν σημαίνει απολύτως τίποτε.

 

            Παρόλα αυτά, «η ιστορία είναι ακόμη μια κοινή δεξαμενή, μια κολυμβήθρα, όπου όλοι βυθιζόμαστε για να συγκροτήσουμε την εθνική μας συνείδηση», όπως έχετε δηλώσει.

 

            Ναι. αυτό προφανώς δημιουργεί δυσκολίες. ‘Ενας άνθρωπος ο οποίος με σοβαρότητα και όχι με τις καραμέλες που έχουμε μάθει να πιπιλάμε, πλησιάζει την ιστορία και διακυβεύει μια δική του αίσθηση των πραγμάτων, πραγματικά κάνει κάτι το ριψοκίνδυνο.

 

            Ο συγγραφέας πρέπει να έχει την αίσθηση ότι μεταπλάθει το ιστορικό υλικό και το διαμοιράζει εκ νέου μπροστά στα μάτια του αναγνώστη;

 

            Προφανώς, αν δεν υπάρχει αυτή η μετάπλαση, η μεταποίηση της πρώτης ύλης, δεν υπάρχει λογοτεχνία. ‘Αλλο, το αν κανείς έχει κάποια στιγμιότυπα. Ακόμη και το χρονικό, που είναι ένα είδος λογοτεχνίας που δουλεύει με ακατέργαστη ιστορική ύλη, και αυτό είναι λογοτεχνία

             

            Τελικά  μπορεί να υπάρξει αυτός ο ιδανικός κόσμος που ονειρεύονται στο βιβλίο σας ο Ανδρέας και ο Σήφης, στηριγμένος στην ισονομία και την ελευθερία;

 

            Αυτό στην εποχή τους προσπάθησαν να το λύσουν με τον τρόπο που μπορούσαν. ‘Αλλοι τα κατάφεραν άλλοι όχι, δεν μπορώ να το ξέρω, ούτε μπορώ να κάνω προφητείες.

 

            Κεντρικός άξονας στην αφήγησή σας είναι η ευρωπαϊκή πολιτιστική ταυτότητα, όπως αυτή διαμορφώθηκε μέσα από τις πολλαπλές κοινωνικές και εθνολογικές περιπέτειες του 19ου αιώνα. Την εποχή αυτή, ζούμε την οικοδόμηση της «Ευρώπης των 25». Πόσο πιστεύετε ότι σας αφορά ως συγγραφέα το κοινό αυτό ευρωπαϊκό μας μέλλον;

 

            Η σχέση της Ευρώπης με αυτό που λέμε Ελλάδα, με αυτό που έχουμε στο μυαλό μας σαν ελληνική ταυτότητα, είναι πάρα πολύ παλαιά. Και εκεί, σ’ αυτή τη διαχρονικότητα, θα με βρείτε να έχω δουλέψει πολλές φορές. Για την Κρήτη λ.χ. υπάρχει η περίοδος της Κρητικής Αναγέννησης. Μα αν δεν υπήρχε η περίοδος της Ενετοκρατίας στην Κρήτη, δεν θα υπήρχε η Κρητική Αναγέννηση, ούτε Θέατρο, ούτε Ζωγραφική. Θα έλεγα ότι υπήρχε πάντα μια σχέση των πολιτισμών μεταξύ τους. Και πολλές φορές το ότι αποφασίζουμε ότι κάποια πράγματα είναι αυτό που είναι, είναι πολλές φορές σχηματικό. Θα έπρεπε να είμαστε πιο ανοιχτοί και πιο θετικοί στις επιρροές και στις μεταποιήσεις των πραγμάτων.

 

            Φοβάστε την παγκοσμιοποίηση και την πολυπολιτισμικότητα;

 

            Δεν τις φοβάμαι με την έννοια ότι δεν αντιγράφει κανείς συνταγές πασπαρτού. Και μάλιστα πιστεύω ότι όσο πιο πολύ εμβαθύνει κανείς στην αναζήτηση δικών του πραγμάτων και προσπαθεί να ψάξει με έναν τρόπο στέρεα λογοτεχνικό, τόσο πιο πολύ κάνει ένα έργο που μπορεί να σταθεί παντού.

 

            Μπορεί η λογοτεχνία να αποτελέσει μια μορφή αντίστασης στην εξουσία; Παρατηρούμε ότι προσωπικά δεν φοβάστε να διαμαρτύρεστε δημόσια.

 

            Προφανώς, η λογοτεχνία έχει αποτελέσει και μπορεί να αποτελέσει μορφή αντίστασης. Πάντα εξαρτάται από το είδος της λογοτεχνίας και από την ώρα και τη στιγμή. Βέβαια, έχει μια μεγάλη δύναμη η λογοτεχνία κυρίως στη διαμόρφωση ιδεών και συνειδήσεων.

 

           

            Τι είναι αυτό που εισπράττετε από τις μεταφράσεις των έργων σας στις 8 ή 9 άλλες γλώσσες του κόσμου όπου κυκλοφορούν τα βιβλία σας;

 

            Πολλές φορές εισπράττω μια πολύ θετική αποδοχή του έργου μου, μια γνωριμία της Ελλάδας μέσα από το έργο. Θα ήθελα όμως να τονίσω ότι οι μεταφράσεις γίνονται ακόμη με δυσκολία στην Ελλάδα. Σε συνολικό επίπεδο δεν είναι γνωστή η ελληνική λογοτεχνία στο εξωτερικό. Δεν είμαι πολύ αισιόδοξη, είμαι αρκετά συγκρατημένη σε σχέση με την εικόνα της Ελλάδας στο εξωτερικό.

 

            Τι νιώσατε όταν τιμηθήκατε το 1987 με το βραβείο «Νίκος Καζαντζάκης»;

 

Πρόκειται για ένα βραβείο το οποίο παρέλαβαν λαμπρές προσωπικότητες των γραμμάτων που είχε θεσπίσει ο Δήμος Ηρακλείου μετά τη δικτατορία και πιο συγκεκριμένα ο Μανώλης Καρέλλης το οποίο δίνονταν σε Κρήτες συγγραφείς. ‘Εχουν τιμηθεί με αυτό η Μάρω Δούκα, ο Γιατρομανωλάκης, ο Γιώργος Μανουσάκης που ζει στα Χανιά και πολλοί άλλοι, αλλά μετά με νεότερους δημάρχους αδράνησε.

 

Το βιβλίο σας «Ελένη ή ο κανένας» είχε επιλεγεί το 1999 να εκπροσωπήσει την Ελλάδα για το Ευρωπαϊκό Αριστείο Λογοτεχνίας.

 

Η αγγλική μετάφραση του «Ισμαήλ» έχει εγκριθεί να χρηματοδοτηθεί από την Unesco, όπως τη ζήτησε ο ‘Αγγλος εκδότης ενώ διάβασαν και τη γαλλική μετάφραση του έργου που ήδη υπήρχε και το ενέταξαν στη σειρά ελληνικών αντιπροσωπευτικών έργων, πράγμα που είναι μάλιστα γραμμένο και στην αγγλική έκδοση του βιβλίου. Η «Ελένη ή ο κανένας» όχι μόνον εκπροσώπησε την Ελλάδα στο Ευρωπαϊκό Αριστείον Λογοτεχνίας αλλά ήρθε και δεύτερη. Δυστυχώς δεν υπάρχει βραβείο για τον δεύτερο παρά μόνον για τον πρώτο.

 

Ξεκινήσατε την λογοτεχνική σας πορεία από την ποίηση. Πιστεύετε ότι ζούμε σε εποχή που αγαπάει την ποίηση;

 

Καθόλου, αντίθετα. Θα έλεγα ότι, ενώ γράφονται πάρα πολύ καλά ποιήματα, η ποίηση όλο και περισσότερο αποξενώνεται από τον κόσμο, από το ευρύ κοινό.

 

Χωράει τελικά η ποίηση στη ζωή μας;

 

Η ποίηση χωράει, φθάνει να μπορέσουμε να την εντοπίσουμε και να την καλλιεργήσουμε. Εγώ θλίβομαι γι’ αυτό που σας περιγράφω!

 

Πως αντιμετωπίζετε την πρόκληση του ίντερνετ; Πιστεύετε ότι αυτό απειλεί το τυπωμένο χαρτί;

 

Εξαρτάται από τη χρήση του όπως και κάθε καινούργιας τεχνολογίας . Το ίντερνετ δεν μπορεί να παραγκωνίσει το βιβλίο, τη σωματική αυτή σχέση του ανθρώπου με το βιβλίο, το χαρτί, το ξεφύλλισμα, το άγγιγμα, το ότι το παίρνει στο κρεβάτι του να το διαβάσει.

 

Σας φοβίζει καθόλου η τηλεόραση;

 

‘Οχι, φοβάμαι την κατάχρηση του κακού γούστου. ‘Ενας άνθρωπος μπορεί να δει εξαιρετικές εκπομπές στην τηλεόραση και τέτοιες υπάρχουνε πάρα πολλές. Το μέσον δεν είναι ποτέ κακό από μόνο του. Σημασία έχει πως το αντιμετωπίζουμε εμείς.

 

Πως βλέπετε το ότι τα τελευταία χρόνια και πολλά βιβλία ελλήνων λογοτεχνών έχουν γίνει Best Sellers;

 

Νομίζω ότι κάποια βιβλία αρέσουν το καθένα τους για άλλο λόγο. Δηλαδή στη λίστα των μπεστ σέλερ μπορούν να μπουν τόσο ένα ελαφρύ όσο και ένα καλό βιβλίο. Αυτό είναι ένα πολύ αισιόδοξο φαινόμενο.

 

Τα 6.500 νέα βιβλία που εκδίδονται το χρόνο ποιος πιστεύετε ότι τα διαβάζει;

 

Πραγματικά δεν ξέρω ποιος τα διαβάζει. Για μένα είναι ένας αριθμός ασύλληπτος.

 

Υπάρχει ανδρική και γυναικεία λογοτεχνία;

 

‘Οχι. Υπάρχει καλή, μέτρια και κακή λογοτεχνία. Καμία άλλη διάκριση!

 

 

Βασίλης Λεβαντίδης για το www.elogos.gr