Αναστασία Ευσταθίου 

   Γεννήθηκα ένα Νοέμβρη του 1966. Διάβηκα τις δυο πρώτες δεκαετίες της ζωής μου σε ένα παραθαλάσσιο χωριό της Αχαϊκής γης με όνειρα και σπουδές στα παιδαγωγικά, στα ανθρωπιστικά, σε επιμορφώσεις πάμπολλες.... Κι ύστερα ήρθε ο έρωτας....κι από τότε χέρι χέρι προσπαθούμε να κατανοήσουμε γύρω μας τα τεκταινόμενα. Γέννησα δυο γιους που σαν χαρταετοί ανεμίζουν τα πλουμίδια της παιδικής τους ηλικίας σε μια ραδιενεργή ατμόσφαιρα. Ψάχνω -μάταια το αντιβιοτικό στάζοντας μελάνι σε χαρτί, ξύνοντας ανελέητα μολύβια ή χτυπώντας εκδικούμενη τα πλήκτρα ενός βουβού πληκτρολογίου.Με λένε Αναστασία Ευσταθίου, είμαι γεμάτη ζωή και πόνο και χαρά......είμαι δασκάλα και συγγραφέας παιδικών και όχι μόνον μυθιστορημάτων. Με "Μια κάλτσα που τη λέγαν Ευρυδίκη" άνοιξα τα φτερά μου ξεκινώντας τις πτήσεις μου από τον εκδοτικό οίκο Ν. Σύνορα Λιβάνη. Ένα διήγημά μου σας στέλνω...

 

 

Μεθεόρτιος;

 

 

Περπατούσε στο κέντρο της πόλης. Το βλέμμα του χαμένο. Η βουή των αυτοκινήτων τον προσπερνούσε καταφέροντάς του γερά χτυπήματα στο στομάχι. Τα δεχόταν αγόγγυστα. Λίγα περιστέρια με ξεθωριασμένα χρώματα μπερδεύονταν στα πόδια του μασουλώντας μπαγιάτικους σπόρους. Με τη δύναμη της ζωής προσπαθούσαν να διεισδύσουν μέσα του και να τρυπήσουν με τα αεικίνητα  ράμφη τους τον κύκλο των αισθήσεών του. Βουτούσαν σαν κλεφτρόνια  τους σπόρους των  φιλεύσπλαχνων συνταξιούχων  που σκότωναν την ώρα τους στην πλατεία Συντάγματος. Ύστερα δραπέτευαν για τα πιο ψηλά κεραμίδια της Βουλής αφήνοντας κουτσουλιές αντί για ευχαριστώ στα πόδια των εγγονών τους.

Η κίνηση της πόλης διαδραματιζόταν στον αμέσως επάλληλο κύκλο. Οι άνθρωποι τον έσπρωχναν. Το σώμα του στροβιλιζόταν από τις αγκωνιές, τα πατήματα και τις σπρωξιές των βιαστικών. Η βιασύνη είχε ποτίσει ανθρώπους, φανάρια, κόρνες, χειρονομίες, ανάσες. Είχε εισχωρήσει για καλά μέσα τους σαν κόκκινη πασχαλιάτικη μπογιά που απλώνεται ύπουλα ως τον κρόκο για να σκορπίσει το δηλητήριό της.

Λογιστής. Το κουστούμι του τον βάραινε. Και τούτο το βάρος  ήταν πιο αβάστακτο απ’ όλα τ’ άλλα μαζί. Καθόταν επιτακτικά στους ώμους του σαν τεράστια κοτρόνα  και τον έσπρωχνε προς τα κάτω, αργά και υπομονετικά σε κάθε γδούπο του χρόνου. Του χρόνου που μέσα στην πόλη έχανε το μεγαλείο της ύπαρξής του. Απόδειξη η άνοιξη που βλάσταινε μακριά και σαν επαρχιώτισσα γεμάτη εγωισμό και έπαρση δεν έδινε φράγκο για την πόλη. Ούτε έναν ήχο  ζωντανού πλάσματος δεν της χάριζε. Ούτε μια μυρωδιά μπουμπουκιασμένων Μάηδων. Ούτε ένα χρώμα ανοιχτού ορίζοντα έτσι για να τη δελεάσει. Τσιγκούνα, άσπλαχνη η άνοιξη κατηφόριζε στους λόφους και στις πλαγιές χαχανίζοντας χαιρέκακα.

Το βλέμμα του μια οριζόντια γραμμή παράλληλη με το πεζοδρόμιο. Χιλιάδες ζευγάρια πόδια  τον προσπερνούσαν αφήνοντας τα εφήμερα αποτυπώματά τους στις λερωμένες από τα περιττώματα των σκύλων πλάκες του πεζοδρομίου. Ο κλοιός της γραβάτας  τον έσφιγγε.  Ζευγάρια γόβες -ντελικάτο, ασταθές, αριστοκρατικό περπάτημα-, σκαρπίνια -θεληματική, αποφασιστική κίνηση-, αθλητικά -ανάλαφρο, χοροπηδητό περπάτημα-, ένας με αρβύλες -βαριεστημένος-και μία με σαγιονάρες -διστακτικό, αναγνωριστικό βήμα- στην αγκαλιά του Απρίλη. Η χαλαρή ολομέταξη θηλιά τον μάτωνε. Άλλος  ένας με μπότες και σπιρούνια που τραυμάτιζαν τις πλάκες, είχε ύφος δεν με νοιάζει τίποτα. Ο ολομέταξος κόμπος  δεμένος  λίγο πιο κάτω από το μήλο του Αδάμ του εξαφάνιζε ως δια μαγείας το σάλιο αφήνοντάς τον στεγνό να πορεύεται  μέσα στην χλαλοή. Με χείλια ξερά συνέχιζε το μέτρημα  των ποδιών προσπαθώντας να μαντέψει τι δουλειά έκανε αυτός που φορούσε τα  σκαρπίνια, πόσο χρονών ήταν ο νεαρός με τις αρβύλες, αν ήταν αναρχικός αυτός με τις μπότες και αν ήταν κινέζα τουρίστρια αυτή με τις σαγιονάρες. Ξαφνικά είχε αποκτήσει ΕΝΑ  νόημα γι’ αυτόν η αναγνώριση του χαρακτηριστικού βήματος των περαστικών δίπλα του. Αναγνώριση  ή  αποκωδικοποίηση του ψυχισμού του κάθε περαστικού;

Το βάδισμά του άντρα μηχανικό. Λες και κάποιος τον είχε κουρδίσει και έπρεπε να διανύσει την απόσταση  ώσπου να ξεκουρδιστεί τελείως το αόρατο κλειδί που ‘ταν σφηνωμένο στη μέση του. Αρωγοί τα δερμάτινα σκαρπίνια. Ο ήχος τους πάνω στο πεζοδρόμιο ήχος εκτελεστικού αποσπάσματος την αυγή. Ήχος που συναγωνίζεται την παγωνιά, το ψύχος της αυγής και της μουδιασμένης ψυχής των μελλοθανάτων.

Πιπ! Πιπ! Ο προειδοποιητικός ήχος του κινητού. Άφησε ν’ απαντήσει η γυναικεία φωνή: «Το νούμερο που καλέσατε είναι πιθανόν απενεργοποιημένο». Το άλλοθι του. Όχι, δεν θα απαντούσε. Ας τον ζητούσε  και ο υπουργός Οικονομικών. «Πιθανόν», «Πιθανόν», του άρεσε ο ήχος αυτής της λέξης. Επαναλάμβανε τη λέξη και περπατούσε σα να ‘τανε πρωτάκι και μάθαινε το ποίημα απ’ έξω για να το πει στη γιορτή του σχολείου.

Ακόμα και μέσα στο ταξί μονολογούσε βγάζοντας αυτή τη λέξη σαν κραυγή νικητή. «Πιθανόν» ρώτησε τον ταξιτζή από το καθρεφτάκι και του πάσαρε ένα αθώο χαμόγελο χωρίς να τον κοιτά. Ο όψιμος εραστής σήκωσε το χέρι του από την ερωμένη του -το διπλανό  κάθισμα- ευτυχώς για να χαμηλώσει τη μουσική. Του πέταξε μια ξώφαλτση ερευνητική ματιά απ’ αυτές που συνηθίζουν να ρίχνουν οι ταξιτζήδες στους πελάτες που δεν τους γεμίζουν το μάτι. Η ατμόσφαιρα αλάφρυνε μέσα στο ταξί. Το ιδρωμένο σιντριβάνι της μασχάλης του οδηγού απομακρύνθηκε από το πεδίο της όσφρησης του άντρα με το απλανές βλέμμα.

«Πιθανόν» επανέλαβε πάλι σαν να είχε έναν έμμονο λόξιγκα. «Πιθανόν», η λέξη ήχησε σαν χαστούκι στο μάγουλο του οδηγού. Ο οδηγός σε μια κίνηση διαφυγής δυνάμωσε πάλι τη μουσική: «...εκεί που καίγομαι πολυύ... πιο χαμηλά, πιο χαμηλά...». Ύστερα κούνησε τη ζελατίνα  απ’ το αποσμητικό δεντράκι σάμπως και η έντονη μυρωδιά  του μπορούσε να διώξει το παράξενο αίσθημα  αμηχανίας  που του προξενούσε εκείνο το «Πιθανόν». Σιγοντάριζε  με  ένα σιγανό σφύριγμα το ρυθμό του τραγουδιού  αναζητώντας αμήχανα  διεξόδους απόστασης  από τον παράξενο πελάτη.

Ο άντρας στο πίσω κάθισμα ένιωσε το καινούριο άρωμα σαν ένεση. Στη στιγμή η ανάκατη μυρωδιά ανθρωπίλας που έβγαινε από τα θολά καθίσματα σκεπάστηκε από την τεχνητή μυρωδιά του έλατου. Ο άντρας κοίταξε σαν να έβλεπε πρώτη του φορά χάρτινο δεντράκι. Κάτι άστραψε μέσα του πολύ δυνατό και  ασυγκράτητο. Σαν κύμα ξέσπασε πάνω στη λουλουδιασμένη εξωτική παραλία του πουκάμισου του ταξιτζή.

-Πιθανόν! Φώναξε.

-Πώς είπατε, αναπήδησε  στο κάθισμά του ο ταξιτζής καταπίνοντας το σφύριγμα.

-Στρίψε!

-Που; ρώτησαν έντρομα τα μάτια του ταξιτζή μέσα από το καθρεφτάκι.

-Αριστερά.

-Μαα! Δεν οδηγεί στην οδό Κολοκοτρώνη που μου είπατε.

-Στρίψε αριστερά και πιάσε εθνική.

Αδύνατον να παρακούσει την εντολή η εξωτική παραλία με τους φοίνικες. Σε λίγη ώρα καβάλησαν την εθνική προς Πάτρα.

Ο άντρας στο πίσω κάθισμα είχε καρφώσει  το βλέμμα  έξω από το τζάμι. Τα αυτοκίνητα έσκουζαν δίπλα του σκίζοντας ότι αποθανάτιζαν οι φακοί των ματιών του. Τα καράβια, αραγμένα θεριά στους ταρσανάδες, λικνίζονταν στα βδελυρά νερά του Σαρωνικού. Τα απρόσωπα διόδια, σπιούνοι  του κράτους, τους έκλεισαν προς στιγμήν το δρόμο για να τους υπενθυμίσουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι στην πολιτεία. Οι δρόμοι στολισμένοι με δάφνες, του φαίνονταν κομμένα καρέ  αμοντάριστων σκηνών ταινίας του παραλόγου. Το λευκό χρώμα των λουλουδιών αναδυόταν σαν επαναστατικό λάβαρο πάνω από τα ντουμάνια των καυσαερίων που έφτυναν τα  φορτηγά. Η θάλασσα στα αριστερά, ήρεμη, παντοδύναμη  όρθωνε στην ταχύτητα την ισχύ της.

Ξαφνικά  το χέρι του άντρα στο  πίσω κάθισμα  χτύπησε απαλά τον ώμο του φοίνικα με την αιώρα.

 -Στρίψε εδώ, στο δρομάκι με τα πεύκα.

Η εξωτική παραλία υπάκουσε. Προχώρησε λίγο στο στενό κακοτράχαλο δρομάκι περιμένοντας τη νέα εντολή.

-Πόσο είναι, άκουσε τη φωνή από το υπερπέραν.  Το ταξί σταμάτησε.

-Δέκα χιλιάρικα γιατί... γιατί είμαστε εκτός πόλεως.

Τον κοίταξε χωρίς μάτια καθώς έβγαζε το πορτοφόλι του. Έψαξε προς στιγμήν στις θήκες του για τα λεφτά. Μια δεσμίδα κολλαριστά χαρτονομίσματα  στριμωγμένα με επιταγές αναπαύονταν στα σκοτεινά δερμάτινα κελάρια. Τον κοίταξε πάλι  και ύστερα του πέταξε  το πορτοφόλι στην χοντρή κοιλιά του. Το πορτοφόλι με ότι είχε μέσα προσγειώθηκε  πάνω στο φοίνικα. Ο οδηγός  άνοιξε βιαστικά το πορτοφόλι  να μετρήσει τα χρήματα. Δεν ήταν δικό του εκείνο το ¨διαχυτικό¨ ευχαριστώ. Κλεμμένο ήταν από τον μακρινό του πρόγονο τον Χατζιαβάτη. Μειδίασε ξεκλειδώνοντας λίγη απορία και μια δόση ευγένειας που τσούλησε  στο τερέτισμα της φωνής του.

Ο άντρας χωρίς άλλη κουβέντα βγήκε από το ταξί κλείνοντας μουδιασμένα την πόρτα. Έστριψε παίρνοντας την κατεύθυνση  του λόφου σαν να ήταν προγραμματισμένος και ήδη είχε χάσει αρκετό χρόνο. Ο οδηγός σπινάρισε τη μερσέντα του με βιάση, να ξεφύγει γρήγορα από τούτο  το παράξενο αγώι.  Από το καθρεφτάκι είδε την αντρική φιγούρα  ν’ ανηφορίζει  το λοφάκο με τα πεύκα κρατώντας το χαρτοφύλακα.  Έμοιαζε να αιωρείται ανάμεσα στα δέντρα. Να εξαϋλώνεται μέσα στην πρωινή αχλή. Δεν περπατούσε παρά εκτελούσε διαταγές ενός αόρατου κουκλοπαίχτη που καθισμένος πάνω σε αόρατα σύννεφα του κουνούσε τα σχοινιά ελέγχοντας κάθε κίνηση του σώματός του. Ο ταξιτζής δυνάμωσε τη μουσική  «..να ‘χαν οι καρδιές αμπάρες..», σφυρίζοντας βυθίστηκε στον αγνό, λαϊκό στίχο μην ξέροντας πως να κρύψει την έκπληξη και τη  χαρά του. Πήρε το δρόμο της επιστροφής αφήνοντας πίσω του έναν παχύ μπουχό σκόνης.

Το δρόμο της επιστροφής πήρε και ο άντρας με τον χαρτοφύλακα. Ανέβαινε το λόφο  αρκετή ώρα σαν αρχαίος περιηγητής που ανακαλύπτει  έκθαμβος καινούριους τόπους. Κάποτε έφτασε στην κορυφή.  Στάθηκε σαν το γεράκι που ζυγιάζει το θύμα του  και ύστερα ορμά να το κατασπαράξει.  Άφησε το χαρτοφύλακα  να πέσει στο έδαφος. Έπεσε άδοξα  με ένα υπόκωφο, αστείο χτύπο  ξερνώντας από μέσα τα χαρτιά, τα επίσημα έγγραφα, τους ισολογισμούς,  τα χαρτιά του δανείου, τις μετοχές, τα τσιγάρα, τα στυλό, το καρνέ, την ηλεκτρονική ατζέντα και την πένα. Οι φορείς της μικροοικονομίας και της μακροοικονομίας σκόρπισαν χωρίς στόμφο στο χώμα δίπλα στα έκπληκτα ζουζούνια. Οι χειροπέδες της ζωής του έχασκαν τώρα  αναδεύοντας τη γελοιότητα και το μάταιο της ύπαρξής τους.

Ύψωσε τα στήθια του στον ουρανό. Το οξυγόνο εισέβαλε μέσα του και βίαια τον κατέλαβε σαν κάστρο που παραδόθηκε αδιαπραγματευτί. Αγκάλιασε με το βλέμμα του την πράσινη ανθισμένη πεδιάδα που απλωνόταν  με τον πόθο της παρθένας. Στον τρίτο επάλληλο κύκλο, ο θόρυβος της εθνικής. Ο ήχος των αυτοκίνητων στραγγαλιζόταν από την άσφαλτο -μέδουσα  που κατασπάραζε  αχόρταγη ήχους και οχήματα.

Κοίταζε μόνο  μπροστά. Άρχισε να κατηφορίζει το λόφο τραβώντας πίσω του την αυλαία. Και ξαφνικά ένιωσε όλους τους ήχους της ζωής του να σβήνουν. Οι επάλληλοι κύκλοι που οριοθετούσαν  τη ζωή του εξανεμίστηκαν. Τους είδε καθαρά να σκάνε και να απλώνουν σαν κομήτες που σκορπίζουν αστρόσκονη σ’ ένα υπναλέο μαυριδερό σύμπαν. Άκουγε μόνο την ανάσα του όπως ποτέ δεν την είχε νιώσει. Λαχανιασμένη ανηφόριζε από τα έγκατα της γης. Την καλοδεχόταν σαν έφτανε στα χείλη του, θερμή σαν αύρα καρτεσιανού πηγαδιού την ώρα που έβγαινε να ενωθεί με τον αέρα. Κάτι παλλόταν μέσα του, βαθύ, ανεξιχνίαστο και ανεξέλεγκτο μαζί. Το ποδοβολητό του διακόπηκε  απ’ το επίμονο Πιπ! Πιπ! του κινητού που το ’χε ξεχασμένο στη ζώνη του σαν σαρακηνός που δεν αποχωρίζεται ποτέ το  μαχαίρι  του. Το «Πιθανόν» δεν χωρούσε εδώ. Ο μηχανικός, παράταιρος ήχος του σπίλωνε με θρασύτητα τα πάντα. Το άρπαξε με τη δερμάτινη θήκη του και το εκσφενδόνισε μακριά. Το θηλάκι της ζώνης σκίστηκε.

 Επιτόπου λύθηκε από τα δεσμά της ζώνης. Το κασμίρ παντελόνι του τον κοίταξε απορημένο. «Άι σιχτίρ και συ» του απάντησε. Με τα δυο του χέρια σαν δαγκάνες ξέσκισε κουμπιά και φερμουάρ. Το ρούχο γλίστρησε απαλά στους αστραγάλους.  Έσκυψε και απαλλάχτηκε με φοβερή ταχύτητα απ’ το δίδυμο του εκτελεστικού αποσπάσματος. Αριστερά το ένα, δεξιά το άλλο. Κι οι κάλτσες από κοντά υπάκουσαν στην ίδια μοίρα.

Τα πουλιά ανέλαβαν τη μουσική υπόκρουση συνηγορώντας στη διαδικασία της απαλλαγής. Ο άντρας ηδονιζόταν με ότι σκάρωνε στον εαυτό του. Ένα πλατύ χαμόγελο είχε καρφωθεί στο κέντρο του προσώπου του. Τα μάτια του έλαμπαν εκπέμποντας μια τρελή χαρά. Με τις αντανακλάσεις του ήλιου έστησε μπρος του ένα παραμορφωτικό καθρέφτη. Ένας αστείος άντρας εμφανίστηκε με τριχωτά γυμνά πόδια και ένα λουλουδάτο μποξεράκι. Μια καρικατούρα με την ιλουστρασιόν γραβάτα να κεντράρει  το φαλλό του. Έβαλε τα γέλια κοιτώντας μια  το φαλλό, μια το  είδωλο απέναντί του.

Ο φαλλός του! Πού ‘ναι τος καλέ  και τον έψαχνε μέσα στο μποξεράκι του; Είδε ένα  κακομοίρη να έχει λουφάξει  σε μια γωνίτσα σαν νεοσύλλεκτος που κρατάει το δισάκι του τρέμοντας. «Έβγα έξω, ρε, αν είσαι άντρας» του φώναξε. Εκείνος τρόμαξε και ζάρωσε περισσότερο  στη θέα των λουλουδιών. Μέχρι τώρα η μόνη του επαφή με τη φύση ήταν τα λουλουδάτα ντεσέν πάνω στα μποξεράκια και στα σεντόνια. Ελευθερώθηκε από τη μέση και κάτω.

Απειλητικά σύννεφα μαζεύτηκαν πάνω του. Οσμή βροχής που ταξιδεύει από μακριά κατέφτασε στις αντένες των ρουθουνιών του. Τα δυο του χέρια ανασήκωσαν με δύναμη τους ώμους τινάζοντας  το σακάκι. Μαζί υποχώρησε  και η κοτρόνα. Με το δεξί του χέρι χούφτωσε τη γραβάτα. Αντιστάθηκε στη μεταξωτή πρόκληση  και την έλυσε με δυο κινήσεις.  Το πουκάμισο ακολούθησε την ίδια αιματηρή διαδρομή. Το κορμί του έκθετο σε έναν ορίζοντα που σαν αλλοπαρμένος προφήτης των γραφών προμηνούσε βροχή εξαπολύοντας απειλές, αστραπές και μπουμπουνητά στα αντικρινά βουνά. Το γκρίζο, προπομπός της βροχής, κάλυψε τον ουρανό μεταμορφώνοντάς τον σε ξιπασμένο γέροντα.  Η γύμνια έσπασε τον παραμορφωτικό καθρέφτη. Τα γυαλιά εκτινάχθηκαν γύρω του τραυματίζοντας τις πατούσες του. Το αστείο είδωλο μέσα από το κάτοπτρο εξαφανίστηκε.

Με σίγουρα βήματα μπήκε στην πεδιάδα. Μια αλάνα φορτωμένη όλες τις αποχρώσεις του πράσινου. Τα δέντρα μακριά, κρατούσαν αιχμάλωτα  τα ρούχα. Ολόγυμνος, νεογέννητος, παρθένος εισέβαλε σαν πορθητής σε μια συντροφιά λουλουδιών. Κοίταξε γύρω του με  ιερότητα. Ιερότητα  που του ‘δωσε η νέα του ματιά. Τίναξε τις στάχτες από τη μνήμη του. Τα αποκαΐδια  κάθισαν  ανάλαφρα  στις πέτρες και στα χορταράκια. Κάπου, κάποτε είχε μια τέτοια επαφή. Πότε;

Ένα μπουμπουνητό βρυχήθηκε: «Είσαι ο γιος της γης». Κι από πορθητής έγινε σκλάβος της. Υποτάχθηκε στη μοίρα του. Έπεσε στα γόνατα. Τα χέρια του χάιδεψαν τα κεφαλάκια των λουλουδιών. Προχώρησαν τρέμοντας στο βλαστό, στα φύλλα. Με δέος άγγιξαν το χώμα. Έμπηξε τα νύχια του στις ρίζες σαν αλεπού της ερήμου που ψάχνει να βρει νερό στη ρίζα του κάκτου. Οι παλμοί της γης συγχρονίστηκαν με τους παλμούς  μέσα του. Με όλες τις αισθήσεις του έμπασε  τους ρυθμούς της  φύσης εντός του.

Τα μάτια του τζάμωσαν. Το πρόσωπό του αγαλλίασε. Η ανάσα του λαχανιασμένη απίθωσε ευλαβικά τον ιδρώτα της στις κόγχες των ματιών του.  Τα δάκρυα  ανακατεύτηκαν με τις πρώτες σταγόνες της βροχής. Οι στάλες σημάδευαν την πλάτη του που αντανακλούσε  την οργισμένη φύση. Έκλαιγε  και το  άκαμπτο σώμα του τρανταζόταν μαζί της. Τα γόνατά του μάτωσαν. Τα  γυαλιά καθρέφτιζαν την υγρασία των χυμών της γης, του ουρανού και του γιου τους. Το αίμα  βούλιαξε στο χώμα. Σταμάτησε να κλαίει για λίγο. Τα νύχια των ποδιών του μπήχτηκαν σαν πάσσαλοι  στην καρδιά της πεδιάδας. Αφέθηκε. Η βροχή δυνάμωσε. Λυσσασμένη τον έδερνε αλύπητα θέλοντας  να εκδικηθεί την παραίτησή του. Οι σταγόνες της έπεφταν καθαρτικά πάνω στην πλάτη του θέλοντας αυτές ενάντια  στην αφέντρα τους να  επιβραβεύσουν την άφεσή του.

Έπεσε μπρούμυτα. Η παπαρούνα τον φιλοδώρησε με μπόλικο κόκκινο. Τα χέρια του απλώθηκαν  μπροστά. Τεντωμένα.  Κουλουριάστηκε. Έγινε   ένα με το σώμα της γης. Η βροχή  έπεφτε ασταμάτητα  και η παπαρούνα  μάτωνε  από το βάρος βάφοντας άλικη την κοιλιά του.

Έβρεξε τη γη με το δικό του πόνο θέλοντας ν’ αλαφρώσει την οδύνη της συννεφιασμένης του ύπαρξης. Οι ουρανοί είχαν ανοίξει τα τεράστια στόματά τους ξερνώντας βροχή. Κι όσο έβρεχε τόσο έκλαιγε. Κι όσο έκλαιγε τόσο ένιωθε  να μικραίνει. Ο χρόνος γύριζε  αντίστροφα. Σχεδόν έβλεπε τους δείκτες του να γυρίζουν ανάποδα σε μια ξέφρενη πορεία. Ένιωθε τα μέλη του να συρρικνώνονται. Ένας νάνος στη θέση του κορμού του πιο μικρός κι από την παπαρούνα που κείτονταν δίπλα του, τώρα,  τσαλακωμένη και ξεπλυμένη από τα ραπίσματα της βροχής.

Το δέρμα του άλλαξε  χρώμα. Οι ζάρες εξαφανίστηκαν και οι τρίχες  παρασύρθηκαν από τη βροχή. Οι ουλές και τα χτυπήματα σβήστηκαν και τη θέση τους πήρε  ένα ροδαλό δέρμα μωρού. Ενός νεογέννητου μωρού. Γεννημένο από τη γη. Λουσμένο από τη θεία βροχή της. Κλεμμένη η ανάσα του από την ανάσα της βρεγμένης γης.

Το ουρλιαχτό του καθάρισε τα αποκαΐδια της μνήμης. Ένα σύννεφο διαμαρτυρίας μιας μακρινής ζωής σηκώθηκε από ένα σύμπαν αλλοτινού παρελθόντος μα το χτύπησε αλύπητα ένας κεραυνός και το επέστρεψε άναυδο στη γη.

Η γαλήνη του πρωινού τον βρήκε κουρνιασμένο στα πέταλα μιας μαραζιασμένης παπαρούνας. Καθώς τα φύλλα ξετυλίγονταν και ακούγονταν οι τριγμοί του κορμού που ξεμουδιάζει από το νυχτερινό ύπνο, εκείνος, ένα ολόγυμνο μωρό βύζαινε το δάχτυλο τρέμοντας μην τον ανακαλύψει η καινούρια μέρα.

Άφησε ένα αχνό δάκρυ να δραπετεύσει από τα κλειστά μάτια του, μα κείνο με την παρόρμηση και την αθωότητα ενός παιδιού μπερδεύτηκε  με μια σταγόνα δροσοσταλίδας. Προδομένο άφησε στην τελευταία του εκπνοή   μια καλημέρα  στην άνοιξη που βασίλευε στην πεδιάδα εκείνη.

 

~~~~~~~~~~~~~~~~~

 

Μάης μήνας και η φωτογραφία του  πόζαρε  σοβαρή στις εφημερίδες. Η λέξη «Αγνοούμενος» από κάτω με κεφαλαία γράμματα. Σίγουρα αυτή θα έβαζαν και στο κηδειόσημο.  Σοβαρή, με ύφος νομοταγούς πολίτη, άτεγκτη ματιά που ατενίζει με ψεύτικο θάρρος το φακό της φωτογραφικής μηχανής. Σημαίνον πρόσωπο της οικονομικής ζωής του τόπου αναζητείται από τους δικούς του.  Αγνοείται από την Παρασκευή  27 Απριλίου.

Μέρες αργότερα ο ταξιτζής που αναγνώρισε  το πρόσωπό του πελάτη του στις εφημερίδες κατέθεσε στο αστυνομικό τμήμα.  Παρέδωσε το πορτοφόλι -είχε ήδη ξαφρίσει το χρήμα και τις επιταγές- με την ταυτότητα του άντρα και το δίπλωμα οδήγησης. Στον τόπο που τους πήγε βρέθηκαν διάσπαρτα  τα ρούχα του, ο χαρτοφύλακάς, το κινητό. Ο άντρας πουθενά. Οι συγγενείς και η αστυνομία αντίκρισαν  ένα λιβάδι γεμάτο κατακόκκινες παπαρούνες σαν πιτσιλιές αίματος στο σώμα της γης. Μια έκπληξη  τους περίμενε. Οι παπαρούνες  έστελναν κατά κύματα  μυρωδιές στους έκπληκτους συγγενείς. Έσκυψαν να δουν καλύτερα. Κάθε μπουμπούκι είχε χαραγμένο πάνω του  ένα στίχο σμιλεμένο με βροχή και δάκρυ:

 

Κάθοδος της άνοιξης

Άνοδος της ψυχής

Βρέχει κι είμαι καλά

στο κόκκινο της παπαρούνας

μακριά σας

ματώνω

κοντά σας

αίμα και  δάκρυ Ένα

Η ουσία της ζωής;

πολύ κοντά στη μάνα μου τη γη

πιθανόν

 να είναι η γεύση της ευτυχίας

υγρή στο φως του κεραυνού.

Χτυπώ στο γδούπο του χρόνου

την άφεσή   μου

Ο  γιος της βροχής

 

Σαν θέλει η άνοιξη έχει μεγάλα κέφια. Ήταν  τυχερός που την πέτυχε σε στιγμές μεγάλης έμπνευσης. Μεγάλης δημιουργίας. Στη γιορτή της ο μοναδικός καλεσμένος. Γεύτηκε τη χαρά της δημιουργίας μιας καινούριας μέρας υπό βροχήν. Ο άντρας με το λουλουδάτο μποξεράκι. Γυμνός. Παρθένος. Εισβολέας.  Ο πορθητής της ίδιας της ψυχής του. Ο γιος της γης. Ο μεθεόρτιος.

 

 Στην αγκαλιά της παπαρούνας μεθεόρτιος δεν λογίζεται κανείς.