Ι. Φίλιππος Μουζάς 

 

Γεννήθηκε το '75 στη Θεσσαλονίκη. Απόφοιτητος νομικής. Γράφει...


 

Ένα απρόβλεπτο ξύπνημα

(από τη ζωή του Βασίλη Β.)

 

 

 

 

Πινακίδα που βρέθηκε κατά την αρχαιολογική σκαπάνη στον πλανήτη Σείριο το έτος 3.741 μ.Χ.

 

Μετάφραση:

Και ξαφνικά διερωτήθηκα:

Καλά, τι γυρεύω εγώ εδώ πέρα;

Δεν είναι αυτό το σύμπαν μου.

...και όντως δεν ήταν

 

Χφστρ Ντρεν                    

Σείριος, 30546930                    

(Σ.τ.μ: Πιθανώς το “Χφστρ Ντρεν” να είναι υπογραφή και τα νούμερα ημερομηνία)

 

 

**********

 

 

“Υπάρχουν δύο εκδοχές να εξηγήσω αυτό που μου συμβαίνει”, σκεφτόταν ο Βασίλης προσπαθώντας να συνέλθει από εκείνη την παράξενη αίσθηση και τον πονοκέφαλο. “Η πρώτη είναι πως είμαι ακόμα μεθυσμένος από το χθεσινοβραδυνό πάρτυ. Η δεύτερη, πως μετενσαρκώθηκα στο σώμα κάποιου άλλου, ο οποίος προφανώς βρισκόταν επίσης σε κάποιο πάρτυ. Η τρίτη, πως βρέθηκα τυχαία στη δίνη κάποιου κοσμικού φαινομένου και μεταφέρθηκα κάπου στο χωροχρόνο. Θα πρέπει λοιπόν να λάβω σοβαρά υπ’ όψη μου και τις τέσσερις. Ενδεχομένως να υπάρχει και έκτη.

Α, ναι, ίσως και να ονειρεύομαι. Στην ουσία αυτό που ζώ τώρα είτε είναι πραγματικότητα, είτε δεν είναι. Απλά πράγματα. Αν έχω παραισθήσεις, όλα είναι εντάξει. Αν όμως αυτή είναι η πραγματικότητα; Τότε πώς ήρθα εδώ; Κι η προηγούμενη πραγματικότητα που ζούσα, ήταν όντως πραγματικότητα ή ψευδαίσθηση; Μπα, εικοσιτέσσερα χρόνια ζωής είναι πάρα πολλά για να τα έχω περάσει μέσα σε μια ψευδαίσθηση. Κάπου όμως έχω διαβάσει ότι κατά τη διάρκεια των ονείρων οι εμπειρίες που μπορείς να βιώσεις είναι ταχύτατες. Ίσως... ίσως η πραγματικότητά μου να είναι ένας κόσμος όπου η μέρα να διαρκεί εικοσιτέσσερα χρόνια και η νύχτα άλλο τόσο και σήμερα το βράδυ -αυτό που κρατάει εικοσιτέσσερα χρόνια δηλαδή- να ονειρεύτηκα ότι ζούσα σ’ έναν κόσμο όπου η μέρα και η νύχτα διαρκούν δώδεκα ώρες. Αυτό είναι. Και τώρα ξύπνησα. Δηλαδή όλη μου η ζωή μπορεί να ήταν ένα όνειρο; Είναι κι αυτή βέβαια μια άποψη...”

Ο Βασίλης έξυσε το κεφάλι του μπερδεμένος. “Δηλαδή τόσα χρόνια άδικα καθόμουν και διάβαζα για να πάρω απολυτήριο νηπιαγωγείου, δημοτικού, γυμνασίου, λυκείου; Ματαιότης ματαιοτήτων εαυτέ μου Βασίλη, αν είναι κι αυτό το πραγματικό σου όνομα. Ευτυχώς που απέτυχα στις εξετάσεις για το Πανεπιστήμιο.”

Πήρε βαθιά ανάσα και το ξανασκέφτηκε. “Πω πω, τόσα χρόνια... Ούτε που πρόλαβα να χαρώ τα καλά της ζωής. Ούτε να κάνω έρωτα με τη Χριστίνα δεν πρόλαβα, που την είχα βάλει στο μάτι από έξι χρονών. Καλά, είμαι εντελώς ηλήθιος. Μα τι κόσμος είναι αυτός; Ούτε μια προειδοποίηση. Ούτε ένα “το όνειρό σας τελειώνει, έχετε μια μέρα ακόμα καιρό για να.... απαυτό...

Τη δεδομένη στιγμή ήταν αδύνατο στο Βασίλη να λειτουργήσει λογικά, όμως έπρεπε να σκεφτεί κάτι άλλο εκτός από τη Χριστίνα, για να βγάλει μια άκρη όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Στο μυαλό του πέρασαν σα σφαίρα οι εξής λέξεις: Χριστίνα - στήθος - μήτρα - Χριστίνα - όνειρο - Χριστίνα - ζαρτιέρες(το βίτσιο του) - Χριστίνα - τσουγκράνα(άσχετο) - Χριστίνα - ξύπνημα. Αρπάχτηκε απεγνωσμένα από την τελευταία λέξη...

“Επιτέλους ξύπνησα”, σκέφτηκε, “αν και λίγο ζαλισμένος. Ας ηρεμήσω λοιπόν και ας αρχίσω από τα πιο απλά. Τα δεδομένα: είμαι ακόμα ξαπλωμένος. Βρίσκομαι σ’ ένα... μμμ... παράξενο δωμάτιο και διευρύνοντας το οπτικό μου πεδίο με την κλασσική δεξιά-αριστερά κίνηση του κεφαλιού μου μπορώ να διακρίνω τα εξής: κρεββάτι, κομοδίνο, συρταριέρα -δια χειρός Βαράγκη φαίνεται, δεν παίρνω όρκο-, ντουλάπα, φωτιστικό, δυό πίνακες -τοπία από άλλο πλανήτη-, η πόρτα φυσικά, και τέλος μια γυμνή ξανθιά κουκλάρα ξαπλωμένη πάνω στο κρεββάτι.”

Αυτό το τελευταίο στοιχείο ο Βασίλης σκέφτηκε να το επανεξετάσει επιστημονικότερα, καθώς έβγαλε το συμπέρασμα πως μάλλον η ξανθιά δεν αποτελούσε μέρος της διακόσμησης του δωματίου. Με την προσοχή συλλέκτη κολεόπτερων που πιστεύει πως μόλις ανακάλυψε ένα καινούριο είδος πλησίασε την ξανθιά και της χάιδεψε απαλά τη γάμπα.

“Παγωμένη”, παρατήρησε. Αφού την κοίταξε για λίγο ακόμα, έβαλε τον αντίχειρα και δείκτη του χεριού του στο λαιμό της. Δεν είχε καθόλου σφυγμό. “Μάλλον νεκρή”, σκέφτηκε τρίβοντας το πηγούνι του “αλλά γιατί να ανησυχήσω; Ούτως η άλλως όλα πάνε χάλια σήμερα. Με την τύχη μου, σίγουρα θα έρθουν και χειρότερα πριν προλάβω να το σκεφτώ...” Και πριν προλάβει να το σκεφτεί, το βλέμμα του έπεσε στο πάτωμα δίπλα στο κομοδίνο, όπου στεκόταν άψυχα αδιάφορη μια βαλίτσα από σκληρό δέρμα, μαύρου χρώματος με συνδυασμό. Ήταν σίγουρος πως το αντικείμενο αυτό είχε κάποια σχέση με την... προηγούμενή του ζωή. Πετάχτηκε από το κρεββάτι και την έπιασε στα χέρια του. Αυτή λοιπόν η βαλίτσα σίγουρα κάτι του θύμιζε. Προσπάθησε να την ανοίξει... Αυτή αρνήθηκε βγάζοντας έναν ήχο κλικ. Κλειδωμένη. “Ποιος να’ ναι ο συνδυασμός; Λες να είναι 2000;” κλικ “Όχι. Μήπως 6666;” κλικ “Ούτε. Μήπως 0000:” κλακ (Άκουσα κλακ;) Η βαλίτσα άνοιξε κι από μέσα βγήκε ένα πόδι και κατρακύλησε στο πάτωμα. Φορούσε ριγέ άσπρη και μωβ κάλτσα.

“Όχι κι άλλο πτώμα”, διαμαρτυρήθηκε ο Βασίλης κοιτάζοντας το πόδι αηδιασμένος. Ήταν έτοιμος να ξεράσει αλλά κατάφερε να συγκρατήσει το στομάχι του για λίγο ακόμα. Ίσα ίσα για να δεί μήπως υπήρχε τίποτε άλλο στη βαλίτσα. “Έχουμε και λέμε λοιπόν, ένα χέρι, ένα σώμα, κι άλλο χέρι, κεφάλι...” Ε, αυτό το κεφάλι κάτι του θύμιζε. “Λες;” αναρωτήθηκε. “Μπα, αποκλείεται. Δεν είναι.”

Κι όμως ήταν.

“Δεν είναι”

Ήταν.

“Δεν είναι, δεν είναι, δεν είναι...”

Δεν μπορούσε να το πιστέψει. Η βαλίτσα περιείχε -αν και τεμαχισμένο- το πτώμα του φίλου του Σίμου Τσακίρη. “Σίμο, κολλητέ, είσαι καλά;” αναφώνησε απελπισμένος ο Βασίλης.

“Εσύ τι λες ρε βλάκα, καλά σου φαίνομαι;” απάντησε το πτώμα.

Ο Βασίλης αφού συνήλθε από το σοκ της έκπληξης, συλλογίστηκε το ζήτημα με την αρμόζουσα σοβαρότητα. “Κοίτα να δείς” άρχισε να λέει με στόμφο, “δεδομένων των συνθηκών έχω να παρατηρήσω ότι...

“Καλά, άστα αυτά” τον διέκοψε ο Σίμος. “Μου φαίνεται πως βλέπεις όνειρο. Δεν ξέρω πως μπήκα στ’ όνειρό σου αλλά τώρα θέλω να βγω. Δεν αισθάνομαι καθόλου καλά. Είμαι κλεισμένος σ’ αυτή τη βαλίτσα εδώ κι ένα δεκάλεπτο. Και επιπλέον πάσχω από κλειστοφοβία. Πρόσεξε καλά κακομοίρη μου. Μέχρι τώρα αντιμετώπισα το όλο θέμα με πολύ -στο τονίζω- πολύ μεγάλη ψυχραιμία. Λοιπόν δε θα πω τίποτε άλλο. Για να μην το μετανοιώσεις αύριο το πρωί που θα ξυπνήσω, πάρε με και ΦΥΓΕ”

“Εντάξει ρε Σίμο, μια στιγμή μόνο...

“ΤΩΡΑ. Άνοιξε την πόρτα και ΦΥΓΕΕΕΕΕ” ούρλιαξε ο Σίμος.

“Καλά, καλά, προπαντώς μη συγχύζεσαι”.

“Και κάτι ακόμα..

“Ό,τι θέλει ο Σίμος μας”

“Κοροϊδεύεις κι από πάνω ε; Ήθελα να σου πω να μην ξεχάσεις το πόδι μου”.

“Α, ναι, συγγνώμη”.

Ο Βασίλης έκλεισε το Σίμο πάλι μέσα και με τη βαλίτσα στο χέρι άνοιξε την πόρτα του δωματίου. Βρέθηκε σ’ ένα διάδρομο με πόρτες δεξιά κι αριστερά που η κάθε μια τους είχε από μια ταμπέλα. Άρχισε να περπατάει διαβάζοντας ταυτόχρονα τις ταμπέλες: ΑΦΙΞΕΙΣ, ΑΠΟΣΚΕΥΕΣ, ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ, ΓΡΑΦΕΙΟ ΠΑΡΑΠΟΝΩΝ (ήθελε να μπεί να τα ψάλλει σε κάποιον ένα χεράκι, αλλά στο πόμολο της πόρτας υπήρχε κρεμασμένο ένα σημείωμα που έγραφε “ΕΠΗΣΤΡΕΦΟ ΣΕ ΤΡΙΑ ΧΡΩΝΙΑ”). Δίπλα ακριβώς υπήρχε μια δίφυλλη πόρτα που μπροστά έγραφε “ΑΝΑΧΩΡΗΣΕΙΣ” και με μικρότερα γράμματα “ΩΘΗΣΑΤΕ”.

Ο Βασίλης ώθησε και βρέθηκε σε μια ευρύχωρη αίθουσα αναμονής. Απέναντι του στο γκισέ στεκόταν ένας χαμογελαστός υπάλληλος που φορούσε μια αποστειρωμένη ροζ στολή. Ο υπάλληλος μίλησε:

“Καλή σας μέρα, σε τι μπορώ να σας εξυπηρετήσω κύριε”

“Θα ήθελα να φύγω”, είπε ο Βασίλης. Και συμπλήρωσε με ικετευτικό ύφος “Τώρα”.

“Βεβαίως κύριε, δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόβλημα. Έχετε να δηλώσετε τίποτα;”

“Όχι”, είπε αλλά ήδη είχε αρχίσει να αγχώνεται. Πάνω στο γκισέ υπήρχε μόνο ένα μεγάλο κόκκινο κουμπί. Εκείνο το κουμπί ήταν τόσο απειλητικά κόκκινο, σα να έλεγε “πρόσεχε, σε βλέπω”.

“Μήπως θα μπορούσα να ρίξω μια ματιά στη βαλίτσα σας κύριε;”

“Όχι...”

“Ορίστε;” έκανε ο υπάλληλος ενώ το ύφος του τώρα είχε αρχίσει να γίνεται απειλητικό.

“Δηλαδή ναι, δηλαδή ήθελα να πω όχι, δηλαδή βασικά έχω μέσα κάτι προσωπικά είδη” Καταϊδρωμένος κοίταξε γύρω του και είδε μια μεγάλη μαύρη τρύπα στον τοίχο που φαινόταν να οδηγεί σ’ ένα μεγάλο μαύρο χάος, όμως εκείνη την ώρα δεν είχε άλλες εναλλακτικές...

“Τι προσωπικά είδη;” ρώτησε ο υπάλληλος ανυπόμονα.

“Ε, να ξέρετε, πολύ προσωπικά”

“Όχι, δεν ξέρω. Περιμένω να μάθω κύριε”.

“Ε, να, έχω στη βαλίτσα μου... είναι πολύ προσωπικά είδη, είναι μέσα ένας φίλος μου ο οποίος έχει κάποιο πρόβλημα... Εεεε, τον πειράζουν τα ταξίδια ξέρετε και προτιμάει να... πηγαίνει με τις αποσκευές... Καταλαβαίνετε.....

“Απολύτως, κύριε. Φωνάζω αμέσως την ασφάλεια”

“Μηηη...” ούρλιαξε ο Βασίλης αλλά ήταν ήδη αργά. Ο υπάλληλος είχε πατήσει το μεγάλο κόκκινο κουμπί στο γκισέ. Σειρήνες με καλαίσθητα χρώματα και εκπληκτικό ήχο surround άρχισαν να ουρλιάζουν γύρω του, ενώ από την πόρτα όρμηξαν τέσσερις αγριεμένοι άντρες με άσπρες ποδιές και χίμηξαν κατά πάνω του. Μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου άρπαξε τη βαλίτσα και πριν προλάβουν να τον πιάσουν πήδηξε στην τρύπα...

 

...το μόνο που μπορούσε να δεί γύρω του ήταν το ατέλειωτο μαύρο. Έπεφτε, ή μάλλον βυθιζόταν, όλο και βαθύτερα. Μια γλυκιά αίσθηση και μια ζεστασιά πλημμύρισε τα κύτταρα του κορμιού του. Ένοιωθε να στροβιλίζεται σα σπόρος στο ανοιξιάτικο αεράκι. Ο ίδιος είχε γίνει ελαφρύς σαν πούπουλο, αλλά και όλες οι αισθήσεις του λειτουργούσαν σ’ ένα πρωτόγνωρο επίπεδο. Εντελώς ξαφνικά βρέθηκε σε κάτι που έμοιαζε με εσωτερικό διαστημοπλοίου. Από μακριά ακούστηκε μια καθησυχαστική γλυκιά γυναικεία φωνή: Κυρίες και κύριοι επιβάτες, βρισκόμαστε στην ευχάριστη θέση να σας πληροφορήσουμε ότι πετάμε στα 73089 εκατομμύρια πόδια πάνω από τη Θεσσαλονίκη και λόγω τεχνικού προβλήματος στο σύστημα αυτόματου σερβιρίσματος αναψυκτικού ο κυβερνήτης είναι αναγκασμένος να πραγματοποιήσει αναγκαστική πρόσκρουση στην πλησιέστερη σκουληκότρυπα, η οποία θα μας μεταφέρει κατά πάσα πιθανότητα κάπου κοντά στο Σείριο. Σας ζητούμε συγγνώμη για τη μικρή αυτή αλλαγή στο σχέδιο πτήσης και σας ευχόμαστε καλό ταξίδι. Ελπίζουμε να προτιμήσετε την εταιρία μας και για τις μελλοντικές πτήσεις σας.

Η φωνή τον πλησίασε. Ήταν μια άψογα ντυμένη διαστημοσυνοδός που κρατούσε στο χέρι ένα ασύρματο μικρόφωνο. Έσκυψε προς το μέρος του. Το ντεκολτέ της ήταν αρκετά μεγάλο ώστε να προκαλεί ίλιγγο, υψοφοβία και vertigo. Του θύμησε τη μαύρη τρύπα απ’ όπου είχε πηδήξει. Η φωνή πάνω από το ντεκολτέ ακούστηκε και πάλι, πιο κοντά τώρα:

“Θα θέλαμε να σας πληροφορήσουμε ότι μια και είστε ο μοναδικός επιβάτης της πτήσης η εταιρία μας θα κάνει ό,τι μπορεί ώστε να περάσετε όσο το δυνατόν πιο άνετα κατά το υπόλοιπο του ταξιδιού. Ελπίζουμε να δεχθείτε τη συγγνώμη μας.”

Ο Βασίλης κάθησε αναπαυτικά στη θέση του, τέντωσε τη μέση του για να ξεμουδιάσει και τέλος άνοιξε τη βαλίτσα.

“Τι λες κι εσύ Σίμο; Πάμε Σείριο;”

“Μπορούμε να κάνουμε κι αλλιώς;” έκανε βαριεστημένα ο Σίμος.

Ο Βασίλης έτριψε τα χέρια του με προσμονή. “Ε, ρε και μόλις φτάσουμε... Θα καεί το πελεκούδι...” Έπειτα γύρισε και έκλεισε με σημασία το μάτι στη διαστημοσυνοδό. “Συγγνώμη”, τη ρώτησε, “μήπως μπορείτε να διευκρινίσετε εκείνο που μου είπατε προηγουμένως σχετικά με το ότι η εταιρεία σας προτίθεται να κάνει το ταξίδι μου πιο άνετο;” Εκείνη του χαμογέλασε με νόημα και κουνώντας αισθησιακά τους γοφούς της άρχισε να κατευθύνεται προς το μέρος του με πονηρές διαθέσεις. Ο Σίμος ήθελε να τραβήξει τα μαλλιά του αλλά τα χέρια του βρίσκονταν κάπου μέσα στη βαλίτσα. Ο κυβερνήτης του διαστημοπλοίου κρατούσε συγκινημένος στα τρεμάμενα χέρια του το τελευταίο αναψυκτικό που είχε σερβίρει το μηχάνημα πριν να υποστεί τη μοιραία βλάβη. Τα αστέρια ξεμάκραιναν με αιθέριες χορευτικές κινήσεις και απομακρύνονταν στο αχανές διάστημα...