Μαριάννα Ν. Χρήστου 

 Γεννήθηκα στην Αθήνα το 1979. Σπούδασα Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών και τώρα είμαι μεταπτυχιακή φοιτήτρια Γλωσσολογίας στο Lancaster University τής Αγγλίας. Γράφω ποίηση από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, γι' αυτό και η σχέση μου με την ποίηση μπορεί να χαρακτηριστεί ως κάτι περισσότερο από βιωματική. Για μένα η ποίηση είναι στάση ζωής. Μια στάση που λίγοι άνθρωποι τολμούν να υιοθετήσουν....

 

 

 

  Η  Δολοφονία  Μίας  Καρδιάς

 

 

Καρδιά μου, πες πως έφυγε, για να Τον ξεπεράσεις,

να βρεις αυτόν που πράγματι θα Σ’ αξιοποιήσει.

Μη λες, καρδιά μου πέτρινη, πως δεν θα Τον ξεχάσεις·

μονάχα ψέμα λέγε μου, πως ίσως σ’ αγαπήσει...

 

Θυμάσαι που με κοίταζε και μ’ είχε παρομοιάσει

με την Αριάδνη και εγώ Τον είχα πει Θησέα;

Μπορεί να μην το πίστευα πως, ναι, τής είχα μοιάσει,

αλλά κοντά Του σ’ άκουγα πώς χτύπαγες, μοιραία.

 

Τον μίτο Τού τον έδωσα και γλύτωσε, καρδιά μου.

Κατόπιν μόνη μ’ άφησε, χαμένη, τελευταία,

χωρίς φωνή, χωρίς ψυχή, τυφλή στη μοναξιά μου,

με μάτια κατακόκκινα, να ψάχνω τον Θησέα.

 

Νυχτώνει και το σούρουπο το πνίγει μια σκιά·

μονάχα το περίγραμμα διακρίνω τώρα πια.

Η χαραυγή δεν φάνηκε. Σε λίγο θα ροδίσει.

Το στοίχημα που βάλαμε θα τό ’χει πια κερδίσει.

 

Και περπατά στην άσφαλτο με βλέμμα που σκοτώνει.

Παρατηρώ ξεκάθαρα σκόνη σε κάθε βήμα.

Όχι, δεν έγινε η άσφαλτος στο πέρασμά Του σκόνη,

μα τ’ όνειρο που γκρέμισε – κι αυτό κι αν ήταν κρίμα...

 

Μια θλίψη. Μοναξιά. Ζωή. Και θάνατος. Ο πόνος.

Μια κίνηση. Καρδούλα μου! Μια θύμηση. Κενό.

Ο χτύπος. Δυνατή σιωπή. Το κάλεσμα. Κι ο φόνος.

Γεμάτο το δωμάτιο. Και τόσο αδειανό...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Φτωχή  Ανθρώπινη  Διάγνωση

 

Σταματούσαν οι δείχτες τού ρολογιού,

            εξουθενωμένοι από το αιώνιο δρομολόγιο.

Τα σύννεφα πύκνωναν και αργοσκούραιναν,

            ενώ στον ουρανό ξεσπούσαν τα τελευταία δάκρυα.

Ξεκινούσε ένα μεγάλο ταξίδι,

            τόσο όμοιο και τόσο διαφορετικό από τα άλλα.

Ακόμα και το χώμα πενθούσε.

            Η ιερότερη στιγμή γινόταν φθινοπωρινή στάχτη.

Όχι, δεν πέθαινε κάποιος θνητός.

Τα ζώα ούρλιαζαν στο δάσος,

            λες και είχαν λαβωθεί ταυτόχρονα όλα.

Τα δέντρα αποχωρίζονταν τα φυλλώματά τους.

            Λουλούδια δεν άνθιζαν.

            Ο αέρας δυσκολευόταν ν’ αναπνεύσει.

Κάτι ακινητοποιούσε τούς ανθρώπους.

            Ο ήλιος φοβόταν ν’ ανατείλει.

                        Το φεγγάρι δίσταζε να προβάλει.

Το κενό βασίλευε, το χάος,

            όπως πριν δημιουργηθεί το Σύμπαν.

Μα τι συνέβαινε;

Πέθαινε η ίδια η Ψυχή,

            που κάποιοι μάς διαβεβαίωναν ότι είναι αθάνατη.

Η παραίτηση ήταν εύκολη.

            Οπισθοδρόμηση – όχι πορεία προς τα εμπρός.

Τόσο φτωχή η ανθρώπινη διάγνωση:

                        αυτοκτονία... 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Πλάσμα  Άξιο  Αγάπης

 

Μεγάλο πράγμα η Αγάπη·

            να μπορείς να ζεστάνεις στην αγκαλιά σου

                        ένα άλλο πλάσμα

– πλάσμα κι αυτό τού Θεού είναι,

            τού ίδιου Θεού,

                        Αυτού που έπλασε κι εσένα.

Είναι τόσο δύσκολο να κερδίσεις την αληθινή Αγάπη

            και τόσο εύκολο να τη χάσεις

                        από μια στραβοτιμονιά...

Ατέλειωτος ο δρόμος προς τον Έρωτα

                                    – έτσι μοιάζει.

Κάθε φορά νομίζεις ότι τον διήνυσες όλον,

            μα σταματάς πάνω στη στροφή,

                        χωρίς να καταλάβεις ότι η ευθεία συνεχίζει

                                                από το πίσω μέρος τού βουνού.

Η ίδια διαδρομή τόσες φορές,

            μα κάθε φορά έχει διαφορετικά μονοπάτια.

Το τέλος της το πλησιάζεις·

            δεν φτάνεις ποτέ εκεί.

Κοιτάζεις στα χέρια Σου αυτό το πλάσμα.

            Μοιάζει απίθανο που ζει για Σένα,

                        που ολοκληρώνεται μ’ Εσένα,

                                    που Σ’ αγαπάει.

Πίστεψέ το·

            μόνο έτσι θα βρεις τη δύναμη να ζήσεις...

Εξάλλου, ως πότε νομίζεις ότι από τα κομμένα χέρια

            θα ξαναφυτρώνουν καινούργια φτερά;

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Σκέψεις  Πίσω  Από  Μια  Φωτογραφία

 

Μια φωτογραφία Σου.

            Κι Εσύ αμίλητος όσο ποτέ άλλοτε.

Δεν μπορώ να ζωντανέψω τη μορφή Σου

            που συνελήφθη μια στιγμή

                        κι έμεινε από τότε μαρμαρωμένη,

                                    καταδικασμένη αιωνίως στην ακινησία.

Ούτε και τη φωνή Σου, όμως,

            μπορώ ν’ ακούσω.

Την κατάπιε κι αυτήν ο χρόνος,

            αφήνοντας ως υποκατάστατό της τη σιωπή,

                        να γεμίζει το δωμάτιο κι εμένα μαζί.

                                    Τι έμεινε, λοιπόν;

                                    Τι θυμίζει Εσένα;

Η φωτογραφία είναι παλιά.

            Δεν είσαι πια Εσύ ο απεικονιζόμενος.

Έχεις αλλάξει τόσο μες στον χρόνο,

            όσο δεν θα μπορέσει ν’ αλλάξει η φωτογραφία Σου

                        στη υπόλοιπη αιωνιότητα.

Είσαι διαφορετικός·

            το ξέρω, κι ας μη Σε γνώριζα τότε.

Ζηλεύω εκείνη την εποχή,

            στης οποίας την αγκαλιά τότε ζούσες,

                        γιατί κοντά της μεγάλωσες,

            ενώ εμένα ούτε καν θα με γνωρίσεις.

Αυτό το διάστημα που μάς χωρίζει

            υπάρχει για να μάς θυμίζει

                        ότι ούτε το στοιχειώδες δεν μάς ενώνει…

 

(Γιατί και τα φαντάσματα υπάρχουν

            με το να ζουν μέσα στην απουσία τους)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Μοναξιάς  Μελαγχολία

 

Δοκιμάζω τα όρια τής αντοχής μου

            όταν υπερβαίνω τα σύνορα τής λογικής.

Ξεκινώ ένα δύσκολο ταξίδι

            χωρίς συνοδοιπόρο.

(Αν μάθεις να βιώνεις τη μοναξιά,

            μονάχα τότε επιβιώνεις)

Εγώ είμαι εγώ,

ακόμα και όταν δεν συνειδητοποιώ ποια είμαι,

            όταν δεν αναγνωρίζω πράξεις ή λόγια μου,

            όταν κάθε εξωτερική σύγκρουση τρέπεται σε ενδόμυχη.

Κάτι τέτοιες στιγμές

            ψάχνω την παρηγοριά στα σοκάκια τής Νύχτας,

            αναζητώ την ανακούφιση στις πλατείες τής Μοναξιάς,

            διαβαίνοντας τη λεωφόρο τής Θλίψης.

Μού έχει μείνει μια μόνη αξία·

                                    Μον-αξιά

Εκεί που τελειώνει η μελαγχολία, η μοναξιά και η εγκατάλειψη

αρχίζει το όνειρο.

Σε κάθε τοίχο βλέπω ζωγραφισμένη τη Ματαιότητα

            με χρώματα θαλασσινής ψυχής.

Τα παραμύθια ποτέ δεν μιλούσαν για δράκους

                                                            που επιβίωναν.

Το κακό πάντοτε εξορκιζόταν,

            τα πριγκιπόπουλα ζούσαν ευτυχισμένα.

                                    Κανείς δεν μού μιλούσε για τον πόνο,

                                                για να μην πληγωθώ πρόωρα.

Με σκότωσαν, όμως, και με σκοτώνουν ακόμα

            ακόμα και την ώρα που προσδοκώ την Ανάσταση

                        πάνω στα συντρίμμια μιας χαμένης ζωής

                                    που δόθηκε πίσω στον Δημιουργό της...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Αγάπης  Αντίτιμο

 

Πάντοτε η Αγάπη έχει ένα τίμημα,

            ισάξιο με την ουσία της.

Για να ξεπληρωθεί, χρειάζονται θυσίες,

            που οριοθετούν την έκτασή της.

Το μήκος και το πλάτος της,

            το ύψος και το βάθος της,

                        ορίζονται με βάση το αντίτιμο

                                    που προσφέρει ο έτερος δότης.

            (Δότης αίματος: τι εύκολη λέξη!

                        Δύσκολη είναι η μετάγγιση Αγάπης...)

Όταν τα λόγια στερούνται σημασίας

και η σιωπή έχει τον πιο λειτουργικό ρόλο στην επικοινωνία,

δεν υπάρχει άλλος τρόπος έκφρασης των συναισθημάτων

            από την κατάθεση τής καρδιάς

                        και την ιχνογράφηση τού αποτυπώματός της.

Τότε κάθε αγκάθι γίνεται άνθος,

            κάθε σύννεφο ηλιαχτίδα

                        και κάθε λάθος μετάνοια και συγχώρεση.

Αγάπη είναι η ταύτιση με το  ?τερον ?μισυ,

            κυρίως σε ενδογενές επίπεδο,

                                    μέσα στον ίδιο τον άνθρωπο.

Ας μην ξεχνάμε ότι αγαπήσαμε κάτι,

            διατηρώντας τη μάταιη ελπίδα

                        ότι θα μείνει για πάντα κοντά μας.

Ψευδαίσθηση.

Και ήταν η Αγάπη μας τόση,

            που δεν είδαμε ότι μέρα με τη μέρα χανόταν,

                        στιγμή με τη στιγμή απομακρυνόταν,

                                    γλυστρούσε σαν άμμος από το χέρι μας...

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Μονός

 

Όταν είσαι ένας, δεν είσαι Μόνος.

Είσαι Μισός.

Η μοναξιά σου είναι κομμένη στα δύο.

            Μισή για σένα και μισή για τον απόντα.

Είσαι μισός όταν δεν είναι δίπλα σου ο άλλος.

Είσαι μισός όταν κανείς δεν σού σκουπίζει τα δάκρυα.

Είσαι μισός όταν σ’ ακούει μόνο το χαρτί

            και το μολύβι ξεδιπλώνει τις σκέψεις σου.

Είσαι μισός όταν δεν σε γεμίζει η ζωή σου.

            Μισοάδειος, όχι μισογεμάτος.

Είσαι μισός όταν μιλάς στον εαυτό σου

            και κανείς δεν σ’ ακούει.

Είσαι μισός όταν κομματιάζεις την καρδιά σου

            και δωρίζεις τα θρύψαλά της.

Είσαι μισός όταν ποθείς τ’ όνειρο

            που ξέρεις ότι θα παραμείνει όνειρο.

Είσαι μισός όταν ζεις μια φαντασίωση

            για τη φαντασίωση

και όχι για τη δυνάμει πραγματοποίησή της.

Είσαι μισός όσο ψάχνεις.

Είσαι μισός όσο χρειάζεσαι κάποιον ή κάτι.

Είσαι μισός όταν εξαρτάσαι.

Και τότε το ολόκληρο φεγγάρι

όχι μόνο δεν θα σε γεμίσει·

θα αδειάσει ακόμα περισσότερο το κενό σου…

 

(Άραγε πιο μεγάλη θλίψη προκαλεί

            μια μοναχική Ανατολή

                        ή μια ζευγαρωμένη Δύση;)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Μεγάλες  Προσδοκίες

 

Εάν πραγματικά ήθελες να με βοηθήσεις,

            θα μού έσφιγγες το χέρι μέχρι να ματώσει.

                                    Και θα μ’ έσωζες.

Δεν θα μ’ άφηνες να πέσω στον γκρεμό.

Τώρα βγήκες οριστικά από τη ζωή μου,

            αλλά μπήκες για πάντοτε στην καρδιά μου.

Χρειάστηκε να περάσει αρκετός καιρός

για να συνειδητοποιήσω

                        ότι δεν χωρούσες και στις δύο...

Εάν έμενες μια νύχτα κοντά μου,

            θα ζούσα μια ζωή δίπλα Σου.

Εάν μ’ άφηνες ν’ ακουμπήσω μια στιγμή στο πλάι Σου,

            θα Σε στήριζα για πάντοτε.

Εάν μού χάριζες ένα χαμόγελό Σου,

            θα Σού δώριζα όλη την ευτυχία τού κόσμου.

Εάν μού έριχνες μια ματιά συγκαταβατική,

από την επόμενη στιγμή θα Σε συνόδευε το βλέμμα μου.

Εάν τολμούσες να με συμπαθήσεις,

            εγώ θα Σ’ αγαπούσα.

Εάν έβρισκες το θάρρος να μ’ αγαπήσεις,

            εγώ θα Σε λάτρευα.

Εάν έστριβες κατά μία μοίρα,

            θα στρεφόμουν εγώ τριακόσιες πενήντα εννέα.

Εάν μού έδινες μια γλυκιά ανάμνηση,

            θα βουτούσα τη ζωή Σου στο μέλι.

Ας κατόρθωνα να Σε προσεγγίσω

            και                   – Σού τ’ ορκίζομαι –

                        δεν θα με ξεχνούσες ποτέ…

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Πορεία  Ζωής – Θανάτου

 

Φοβάμαι να μετρήσω τις σκιές,

            γιατί από πίσω κρύβονται άνθρωποι που πληγώνονται.

Τα δάκρυά τους μοιάζουν με τα κύματα·

            όταν ξεσπούν έχουν πάντοτε θύματα.

Όμως, είτε το θέλουμε, είτε όχι,

            καθένας μας είναι πλασμένος για την Αγάπη,

                        για την πληγή,

                                    για την τιμωρία.

Εάν αγαπά τον άνθρωπο,

            αλλά πληγώνει τον συνάνθρωπο,

                        τότε τιμωρεί τον άλλο του εαυτό.

                                                Καταδικάζεται.

                                                Αυτο-καταδικάζεται.

                                                            Χωρίς οίκτο.

                                                                        Δίχως έλεος.

Καταδικάζεται είτε να πεθάνει

                        είτε – το δυσκολότερο – να ζήσει…

Γι’ αυτό να διεκδικείς το δικαίωμά Σου στη ζωή,

            και ταυτόχρονα ν’ αντιστρατεύεσαι την απλή επιβίωση.

Μην ξεχνάς ότι εάν ζήσεις αυτήν τη Ζωή,

            δεν θα πεις στην επόμενη ότι αναστήθηκες.

Έχεις ένα σώμα, ένα μυαλό και μια καρδιά.

            Μην ανεχτείς να θυσιάσεις κανένα από αυτά

                        για χάρη των άλλων.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 Συγκοινωνούσες   Πόρτες

 

Όταν φεύγω,

κλείνω μια πόρτα πίσω μου.

Όταν με διώχνουν,

ανοίγουν μια πόρτα μπροστά μου.

Κάθε πόρτα που κλείνω πίσω μου

            παραμένει ξεκλειδωμένη.

Ίσως επιστρέψω κάποτε,

            για να την ξανανοίξω και να θυμηθώ πολλά.

Κάθε πόρτα,

                        εκτός από τον Θάνατο.

Αυτός είναι η τελευταία πόρτα τής Ζωής.

Οριστικός και τελεσίδικος.

Εδώ και μήνες στέκομαι με περισυλλογή και σκεπτικισμό

            ανάμεσα σε δύο δωμάτια διπλανά,

                        που στον κοινό τους τοίχο έχουν μια πόρτα.

Το ένα δωμάτιο λέγεται «ΑΓΑΠΗ»,

            ενώ το άλλο «ΜΙΣΟΣ».

                        Και επικοινωνούν.

Ταλαντεύομαι.

            Δεν ξέρω πού να εγκατασταθώ οριστικά,

                        σήμερα που θέλω να μετακομίσω.

                                    Τρίτος χώρος δεν υπάρχει.

Εγκλωβίστηκα σε δύο τόσο αντιφατικά συναισθήματα

            και η μόνη διέξοδος φυγής από το ένα

                        είναι η πόρτα που οδηγεί στο άλλο...

 

 

 

[email protected]