Φώτης Μότσης 

 Ο Φώτης Μότσης γεννήθηκε στο Ζωτικό, στη Λάκκα Σούλι.

Έζησε στα Γιάννενα, στην Ελβετία, στην Κομοτηνή, στην Αθήνα.

Από δεκαετίες στην Αργοναυπλία.

Έργα του: Ποίηση: ‘Κραυγές’ (Σείριος, 1974), ‘Απολογία των δρόμων’ (Ελ. Τύπος, 1983), ‘Το μικρό απέραντο’ (Ελλέβορος, 1999)           Πεζά:  ‘Υδράργυρος ρέων’ (Ελλέβορος, 2001)

 

 

 

περί ποιείν

 

Η οδυνηρή αποκάλυψη του ψεύδους δυο βήματα μακριά απ’ την αλήθεια είναι λόγος ποίησης.

Η συγχώνευση της αβύσσου μεταξύ ουτοπίας και χειροπιαστού εγκυμονεί, ωσαύτως, ποίηση.

Στο χείλος του φοβερού, μα και στη σιγουριά της νηνεμίας, ένας ανεξιχνίαστος ίσκιος πορεύεται αντάμα στον ποιητή. Έτοιμος να βυθιστεί στη φρίκη, έτοιμος να λάμψει ως διάττων στο στερέωμα. Φωνακλάς και κρυψίνους, -αναλόγως της περίστασης και του πάθους.

Ετούτη η βολική σκιά, κάτω από την οποία μπορούμε να κρεμάσουμε με ασφάλεια το προσφάι μας, μα κι η εκκρεμότητα της απαντοχής σ’ απόσταση ανάσας απ’ τον χαμό ή τον σωσμό,  είναι η ποίηση.

 

Είναι τα φοβερά ή μηδαμινά γεγονότα που ωριμάζουν μέσα στον ντορβά της αβεβαιότητας πριν γίνουν μελετημένη έκρηξη που εκτινάσσει στα χάη, απίστευτα βίαια, την τρυφεράδα με την οποία εκκολάπτηκαν, απίστευτα τρυφερά τη βία που τα κλώσησε.

 

Είναι οι φαντασματικές αγάπες, τ’ αγερικά του πόθου μας, οι ασαφείς σκιαγραφίες της ελπίδας και κάποιος πεταμένος σπόρος σε χρόνια χέρσο τόπο που πάει να μπουμπουκιάσει, είναι ποίηση.

Είναι η σιωπή των αυθεντικών ρεμαλιών, τα τελώνια που κατεβαίνουν αποβραδίς στις πλατείες και στα πάρκα και στερούν στις δεκοχτούρες τα πεταμένα ψίχουλα και τ’ απομεινάρια της καλοσύνης ημών των περαστικών.

Είναι η ποίηση.

 

Συμβαίνει να στοχάζονται πολλοί: αργόμισθοι, αργόσχολοι και πολυάσχολοι, τεμπέληδες, βαρεμένοι, δοκησίσοφοι, πνευματιστές, γιάπηδες ...-ο καθένας για τον δικό του λόγο. Ο στοχασμός τους είναι εν πολλοίς ο σαρκασμός στην ποίηση, ο χλευασμός της, η αποσάρκωση της ποιητικής ουσίας κι ο χαλασμός της: η σκέψη  τους δεν ποιεί, αλλά φτιάχνει. Φτιάχνει σχέδια για το σαββατοκύριακο, φτιάχνει όνειρα για τους δύστυχους και παράδες για τους αετονύχηδες, φτιάχνει εκμεταλλευτές, φτιάχνει  ¨ψώνια¨ και θύματα.

 

Ο ποιητής δεν συλλογιέται, γιατί  δεν προκάνει: ρίχνεται ευθύς  κι ασυλλόγιστα στο άγριο μακελειό των φωνηέντων και με τη θεομηνία του εξευγενίζει τα φαντάσματα του νου, ακρωτηριάζει τις εκφραστικές ευκολίες, ανοίγει χαρακώματα, θάφτει ό,τι άσχημο περισσεύει. Και την όποια ομορφιά την αποθέτει ξόδι στη θανή αυτής της ίδιας της ασκήμιας.

Δημιουργεί λόγο κι αφορμή, χαμό, ζωή. Ποιεί.

 

Ποίηση είναι η εμμονή του γραφιά στο τίποτα, στην αποθέωση του ελάχιστου: όχι της λεπτομέρειας, μα του μηδενικού. Επειδή γνωρίζει ο ποιητής πως η μεταμόρφωση του μεγαλείου απ’ το μηδαμινό σ’ αυτό που είναι έχει ως αφετηρία το περιφρονημένο λίγο.

Ποίηση είναι να τρομοκρατείς τις εταιρείες επένδυσης συναισθημάτων και να κινητοποιείς σύμπασες τις υπηρεσίες ασφαλείας προκειμένου να δικαιολογήσουν την παρουσία τους στις μπαρμπουτιέρες και τη διακριτική τους μεταμφίεση ως μανταλάκι στην απλώστρα με τα κυλοτάκια της ξανθιάς κυρίας του τρίτου ορόφου επί της οδού και υπ’ αριθμ. και τα λοιπά.

Να τινάζεις στον αέρα την ηδονή και να φυλάς στον κόρφο την οδύνη της.

Να ’σαι η γης και τα πηγάδια της και να ’σαι το άπνοο φιλί στην άμμο της ερήμου. Ο παράλληλος και ο μεσημβρινός που οδηγούν εσαεί στο στίγμα του σκοτωμένου σου έρωτα.

Είναι η ποίηση το φιλί και το νερό και οι απίθανες μηχανές του νου που σε τραβούν μακριά από τούτα τ’ ανύσταχτα μάτια της ζωής για να σου δώκουν ύπνο. Είναι ο χαλασμένος δραπέτης έξω από την πόρτα μας που ζητάει, νυχτιάτικα, δικαιοσύνη.

 

Είναι ποίηση η μυρωδιά των πεθαμενατζίδικων που αναδίδουν κάτι από Χριστό, από κρίνους κι από πάθη. Το λιγάκι περισσότερο απ’ τη μπόχα των σκοτεινών συρταριών του ληξιαρχείου που χρειαζόμαστε  για να επιβεβαιώσουμε γέννηση  και θάνατο ενός εαυτού που δεν πρόλαβε καλά-καλά να δαγκώσει από το μήλο της συνείδησης -κι ένα ¨τις¨ από τα αυτοφυή κρίνα στην όχθη του παλιόλακου είναι η ποίηση. Και είναι εκεί για να ημερεύει ως αποτέλεσμα ετούτων των δοκιμασιών την αγριότη μας κάθε που μας κακοφαίνεται το έσχατο ‘χαίρε’. Μέσα από την προσκαιρότητα του θανάτου, μια πελώρια χαρά προβάλει και φωτίζει τον βαρύ ίσκιο της απώλειας: η ελπίδα,  ποιητική θυγατέρα.

Είναι εκεί για να γεννάει τη ζωή απ’ το τελείωμά της, για να βγάνει άσπρο αετό από τον μαύρο βράχο.

 

Είναι οι νυσταγμένες γάτες στ’ απομεινάρια της ευμάρειά μας που χορταίνουν την νύστα και την πείνα τους με νιαουρίστικα στιχάκια. Προκύπτουν και καλή γραφή τ’ ανομολόγητα ονείρατά τους για ένα επιτραπέζιο, ατιμώρητο γιουρούσι στον πασχαλινό σκασμό μας.

Είναι ποίηση να καταφέρεις να τουμπάρεις την ηρεμία όσων τολμήσουν -ή ατυχήσουν- να σε διαβάσουν.

Και να ’σαι ο από ραφιού εφιάλτης όσων αρκέστηκαν στο φυλλομέτρημά σου.

Να ’σαι οι απανωτές εκρήξεις στο σώμα της ήμερης συνείδησης και να ’σαι το καρφί που εισβάλει οδυνηρά στον κώλο της οξυζεναρισμένης γκόμενας κάθε που χρησιμοποιεί το χειρόγραφο που της χάρισες για ν’ ανακουφίσει τον ευαίσθητο πισινό της στις παγωμένες κερκίδες των ερωτικών της γηπέδων.

 

Ποίηση είναι να....

Και με τα χέρια στις τσέπες.  

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ερώμαι

 

Αγάπη είναι να κρατάς φυλαχτό στον κόρφο σου κάθε τι που σ’ έχει πληγώσει, και την πληγή που σου ’κανε να τηνε κανακεύεις με περίσσια προσοχή, -όχι για να την επουλώσεις, μα για ν’ αφήνεις πάντα ένα καντηλάκι, μια φλογίτσα να τρεμοπαίζει στην ενδεχόμενη νηνεμία της ψυχής σου, έναν σπινθήρα που θα μπορεί να δώκει το έναυσμα, να ανακινήσει το ασάλευτο κατακάθι της ηρεμίας, να εξασφαλίσει, σαν χρειαστεί, ταχύτητα στην αίσθηση και παλμό στην κουρασμένη σου καρδιά: αν την αγαπάς, πρέπει να τη διατηρείς αντραλεμένη.

Είναι αγάπη, στις δύστηνες ώρες, στην ανημπόρια, στην ορφάνια, στο δεν πάει παρέκει, να υιοθετείς τον λαβωμένο καλογιάννο για να ’χεις λόγο αναζήτησης μιας καλύτερης μέρας κάθε που ανοίγεις το παράθυρό σου, και ν’ αφήνεις στη διαθήκη σου όλα σου τα κινητά κι ακίνητα βιώματα στα αλανιάρικα πετούμενα που δεν πιάνονται φίλοι ποτές, όσο κι αν τα ταϊσεις

Είναι η αγρύπνια πάνω στο σκουριασμένο χερούλι της ζωής, μην τύχει και είναι ισχνή η περιστροφή του κι αφήκει (απ’) έξω κάτι ψυχούλες που κυκλοφορούν μετά των Φώτων, όταν ο αέρας έχει εξαγιαστεί, καθαρθεί και ξελωβιάσει.

Αγάπη είναι να ερωτεύεσαι απέλπιδα, να συλλέγεις τα μωρουδιακά των ρεμπετών, να βάνεις στο εικονοστάσι του καθιστικού σου τους πρώην εραστές της συμβίας σου και να μη χάνεις ευκαιρία να εκθειάζεις τις καλοσύνες των πρώην σου.

Αγάπη είναι η σπασμένη λόγχη στα πλευρά σου που γίνεται αντίδωρο για το καλό όσων σε απαρνήθηκαν: ήγουν, η κατανόηση του σφάλματος του άλλου. Αλλά και η συγχώρεση της δικής παρασπονδίας.

Είναι το καλωσόρισμα των βροντωδών πορδών του ανέμου, η ανοχή των προκλητικών, αμούστακων εφηβαίων στην ακραία εμφάνισή τους στα bar και  στα σκοτεινά sokakia, καθώς και της βίαιης φιλονικίας που ξεσπάει στις βαθιές σπηλιές και τα λαγούμια του έρωτα όταν αίφνης γινόμαστε πολλοί κι ο καθένας πασχίζει να  ’βρει στα τυφλά το φτωχό μερτικό του δίκιου του.

Ο βοριάς που φυσάει ακριβώς στις τέσσερις, ο διάττων που αποσπάστηκε απ’ τ’ αδέρφι του πενήντα χάη για να μην  εμβολίσει παραχρήμα τη χθόνια κατάντια μας, η βολική βροχούλα που μας γύρισε τον κώλο στην κρίσιμη ώρα πριν μεγαλώσει σε καταιγίδα, και η χιονοστιβάδα που βαρέθηκε την τελευταία στιγμή να κατηφορίσει για να ποτίσει την ερημιά μας, είναι τ’ αγαπητικά μηνύματα που μας αποστέλλονται απ’ τον αποδέκτη της προσευχής και των αγαπησιάρικων ονείρων μας.

Αγάπη είναι να: χάνεις το τραίνο προκειμένου να ταχυδρομήσεις ένα φιλάκι στην καλή σου, να ξεχνάς τα ψώνια σου στο χρεοκοπημένο μπακάλικο της πέρα γειτονιάς, να λησμονείς τα γενέθλια του έρωτά σου και να θυμάσαι πάντα τις επετείους που σε αφορούν σε σχέση με τη σύζυγο, να μαζεύεις απ’ το δρόμο τα ψιλά πού ’πεσαν απ’ τα τρεμάμενα χεράκια της γριούλας και να της επιστρέφεις το πορτοφόλι σου.

Οι ασφαλίτες σε χρέη τροχονόμου έμπροσθεν δημοτικών σχολείων, ο χαφιές της γειτονιάς σε ρόλο φύλακα των πέριξ, ο πολιτευτής που νοιάζεται συγκινητικά για την πάρτη μας κι ο δάσκαλος που μας πηγαίνει εκδρομή στο γειτονικό χωριό για τα μαύρα μάτια της εκεί συναδέλφου του, είναι, ομοίως, συγκινητικά δείγματα αγάπης.

Ο οφειλέτης σου που προθυμοποιείται να συνεισφέρει δανεικά στη δύσκολη ώρα σου, κι ο δηλωμένος εχτρός που στην κηδεία σου κοντεύει να πλημμυρίσει το ξόδι σου με δάκρυα, αποτελούν, ωσαύτως, εξαιρετικά δείγματα αγάπης.

Αγάπη είναι να: δύνασαι να είσαι ο θύτης και να οικτίρεις το θύμα σου. Να νοσταλγείς ό,τι δεν θα ’θελες να ξαναζήσεις. Να κάνεις τα κουσούρια σου ευαγγέλιο, να διαρρηγνύεις τα ιμάτιά σου στη θέα ρακένδυτου ζήτουλα. Να ’χεις κάνει την αγρύπνια σου αρρώστια και ν’ ανοίγεις διάπλατα πόρτες και παράθυρα  για να χαρείς το μεράκι του γρύλου ή το γινάτι του νοτισμένου αγέρα.

Να ’σαι κάθε τρις και λίγο σταυροκοπούμενος του εκκλησιάσματος, και στον μεσημεριάτικο υπνάκο σου -με πουπουλένια συνείδηση, πλέον, να ονειρεύεσαι αγερικά και δράκοντες, και να ’σαι ο σώζων εαυτόν και άλλους: να ’σαι το παραμύθι εσύ.

Να βιώνεις το δράμα τ’ αλλουνού και να στηθοκοπιέσαι αλαφρωμένος που δεν βρήκε εσένα η συμφορά, είναι η αγάπη που επιφυλάσσουμε για το ακριβό μας τομαράκι τάζοντας κεριά και κέρατα -χριστιανός και ειδωλολάτρης -κατά περίπτωση.

Να δέρνεις απαλά, τρυφερά, όχι από αλλιώτικο πόνο ή εσωτερική χρεία, μα με την δασοπονική ευγένεια του ξυλοκόπου.

Να τιμωρείς την ενοχή του άλλου με αυτοκατηγορία,- όχι με τύψη: με αυτομήνυση. Εδώ αγαπάς, και πάλι, μαζοχιστικά κάποιον παραγκωνισμένο σου εαυτό.

Αγάπη είναι να: ’σαι αόμματος και να παρακαλείς τον θεό να σε συγχωρέσει, να περιβάλεις το αισχριούργημα με εγκώμιο και να το βάνεις στη σερβάντα με τα γαμήλια, πολύτιμα γυαλικά σου.

Να λαβαίνεις επί πόνου τα τεκμήρια τιμιότητας των δυσφημιστών σου και να προβάλεις, ωστόσο, σχοινοτενή αντίλογο ως προς την ακεραιότητά σου.

Να κατατρίβεσαι σε μύχιες επιθυμίες και να προβαίνεις σε δωρεές. Να στοχάζεσαι και ν’ ακούς μαζί την εξομολόγηση τ’ αλλουνού.

Να ’σαι το πάθος και να διαλαλείς τον έρωτα.

 

Αγάπη είναι να: μην πολυσκέφτεσαι, όταν πρόκειται να πετάξεις τη μάσκα σου στον ασβεστόλακκο της λήθης.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

αδέσποτο

 

Τους είδα. Κατακτημένους, μίζερους, νικημένους μα καμαρωτούς να εκδράμουν αποφασισμένοι κατακτητές του άλλου και της μιας άλλης ζωής. Κρεμασμένους στο καζανάκι της τουαλέτας με τρεις αντιφατικές ιατροδικαστικές εκθέσεις παραμάσχαλα και μ’ άλλα τόσα κοράκια να ταχυδακτυλουργούν απ’ το ρετιρέ των μεταφυσικών τους φόβων, αμολώντας σε κάθε σφιγμένη ανάσα δίφραγκα στο πηγάδι με τον τσιμεντένιο πάτο:

Ντιιιιιν! ντιιιιν!

 

Τους είδα. Σημεία και τέρατα. Στο ένα τηλεοπτικό παράθυρο θεόφιλες διαμαρτυρόμενες παρθένες, στο άλλο πόρνες εξοστρακισμένες διεκδικούσες συνδικαλιστικώς. Τους είδα φλύαρους, μαυραγορίτες, διευθυντάδες, δημοσιοσχεσίτες, εύπεπτους. Έχοντας αγοράσει όλα τα εισιτήρια του αγώνα παίζουν μονότερμα τη διασκέδαση του άγχους μας και την ηρεμία μας, δρομολογούν τα τραινάκια κατά βούληση, κατεβάζουν τις σημαιοστολισμένες βιτρίνες και πετάνε τα γυαλιά στα ξυπόλητα ποδάρια μας. Στις εθνικές εορτές κουνάνε δακρυσμένο μαντηλάκι πάνω απ’ την καταπακτή που μόλις κατάπιε τις καλτσοδέτες των τσολιάδων μας, γυροφέρνουν έξαλλοι και πανηγυρικώς τρία τουλάχιστον οικοδομικά τετράγωνα περί το κοινοβούλιο ή περί τα κατά τόπους αστυνομικά τμήματα και καταλήγουν στο από θεού πλευρό της γυναίκας μας. Κι όχι ως κουμπάροι. Τα εθνικά συμφέροντα της χώρας, ξέρεις, τα ΤΕΑ τα ΣΕΑ και το μαραφέτι που φουσκώνει στο κωλότσεπο....

Αυτό είναι -απλώς- το πολύ κακό. Το χείριστο έπεται: με άλλα λόγια, μ’ όποιον δάσκαλο θα κάτσεις κλπ. Μίαν ωραίαν πρωίαν εισβάλουμε κι εμείς αλλόφρονες στο καφενείο, κερνάμε όλους τους παρακαθήμενους και τους διαβαίνοντες, στήνουμε στο γόνατο έναν πολιτικό τσαμπουκά, δηλώνουμε με νόημα και με το χέρι πολύ βαθιά στην τσέπη ανανήψαντες κερατάδες -ήτοι αποφασισμένοι τραμπούκοι- και σπεύδουμε παραχρήμα στο παρακείμενο εκλογικό μπακάλικο του κουμπάρου μας να κλείσουμε πρωτόθεσο τραπέζι χειροκροτητών. Παρακαλώ, με περηφάνια. Σαν με το γαμπριάτικο κοστούμι.

 

Κι εδώ ακριβώς αρχίζει ο αγώνας. Κάποια ψιλά έχουν καταλήξει στα μπατζάκια μας, ζητάμε συγγνώμη για την ανεπάρκεια στα ρέστα δίχως καν να έχουμε λάβει το χαρτονόμισμα. Ας μη ξεχνάμε, δεν παίρνουμε: δίνουμε. Γενικώς. Κι επειδή ο αγώνας βρίσκεται στο φόρτε του, προσφέρουμε δωρεάν χοντρά προεκλογικά ιδεολογήματα στο μαγαζί του κουμπάρου και δωρεά την κούρασή μας (όχι πια τον κόπο μας) στο δημοτικό γηροκομείο.

Κάποια στιγμή, πριν μας γιουχάρουν ακόμη και τα ιδεολογικά σόγια μας και, πάντως, αποκαμωμένοι, θυμόμαστε και τα συζυγικά μας χρέη.

Αποχωρούμε.

Μια δόση αλεξισθηματικού, κανα ποτηράκι γάλα, δυόμισι χαπάκια καθεστώτος και ένα κουταλάκι του γλυκού πολιτικού μπλα -μπλα στο δικό μας κανάλι θα μας επιτρέψουν να ροχαλίσουμε γενναία στον κόρφο της συμβίας, να ξημερώσουν τη μέρα, να τη φέρουν στα ίσια της.

Τη ζωή;

Ντιιιν! Ά, τη ζωή...

 

Πονεμένη ιστορία η ζωή μας. Πολύ πονεμένη αλήθεια.

 

Τους είδα. Τους άκουσα. Στο ένα μου αυτί ηχεί θορυβωδώς ο πληθωρισμός καθώς συρρικνούται μέσα στις μυλόπετρες που τσακίζει τις ψεύτικες μασέλες μου με τα δυο αληθινά -δυστυχώς, και κατόπιν τριετούς αποταμιεύσεως αποκτηθέντα χρυσά δοντάκια μου μαζί με τις απεγνωσμένες κραυγές του μεταπράτη των προεκλογικών ωσαννά που βλέπει την πραμάτεια του να μένει στο ράφι. Χρεοκοπημένος ιδεολογικός τσιφλικάς, όστις, ουαί, ποιεί θανάσιμα γαργάρα την ψήφο του και την ελπίδα του για τρις την εβδομάδα κρεοφαγία και δις, τουλάχιστον, ερωτικό πριόνισμα.

 

Φορτωτική, λοιπόν, για τη Σπιναλόγκα των αχρείων. Ό,τι είχαμε κι ό,τι κι αν είχαν, ξοδεύτηκε. Ρημαδιό και πίκρα. Όλος ο τόπος Σπιναλόγκα. Κι οργισμένα τηλεοπτικά παραθύρια με εξοργισμένες κυρίες κι εκλιπαρούντες συζύγους: καλέ μου κύριε γιατρέ, γυρίστε πίσω! Πώς το χωράει η καρδιά σας ν’ αφήνετε ερωτικώς ακάλυπτη την καλή μου γυναικούλα;!

Όλα ευγενικά. Η μαμά ετοιμάζει το φαί. Ο κανακάρης αρίστευσε στις τσάρκες, μόνο που στις γκομενοδουλειές του χρειάζεται κάποια ιδιαίτερα -αν πάρουμε εκείνη τη δασκαλίτσα με το στητό βυζάκι, μπορεί και ν’ αποφύγουμε και κάνα τροχαίο στην καρδούλα του παιδιού ή καμιά βαρύτερη τραγωδία.

Καλέ μου κύριε γιατρέ, ικανοποιείστε τις γυναίκες μας!

 

Τους είδα. Να σκοτώνονται για το ποιος θα πρωταρπάξει τη θηλιά, όχι δα για να την περάσει στο δικό του το λαιμό. Ν’ ανάβουν πελώριες φωτιές -όχι βεβαίως για να πηδήξουν στον Κλήδονα, μα για να ρίξουν στην πυρά και το τελευταίο αλάνι σπουργιτάκι που ξαναπεθαίνει για χατίρι μας.

 

Εμείς, είμαστε;

 

Βεβαίως. Είμαστε οι αιχμάλωτοι στο καμπαναριό του κόσμου.

Είμαστε τα ποδοσφαιρικά όνειρα που δεν πάτησαν ποτέ στο γήπεδο.

Είμαστε το κλειστό μετεκλογικό μαγαζάκι κι η χαλασμένη κουμπαριά. Είμαστε τα ψιλά που περισσεύουν και ποτέ δεν φτάνουν. Τ’ απομεινάρια στα κατρούτσια και τα σακατεμένα αποτσίγαρα στο δάπεδο. Είμαστε η ψήφος και τα γυμνασμένα σάλια που έχουν μάθει να εφορμούν μόνο από πεινασμένα στόματα.

Είμαστε οι απλήρωτοι μισθοφόροι των βολευτών του γυαλιού, του πληθωρικού στήθους και της καλοξυρισμένης γάμπας. Οι δοκιμαστές του φαρμακιού του κάθε παπαστράτου και οι κασκαντέρ στις επικίνδυνες σκηνές που μας σκαρώνουν καθημερινά οι λατρευτοί αφεντικοί μας,

 

Βράδυ, και με βαριά τσιγάρα. Αποκεντρωμένη λογική που αναζητεί αφετηρία κίνησης για να επιστρέψει στο κονάκι της. Παρατημένα καφάσια στα ξενυχτάδικα οπωροπαντοπωλεία και στα εδώδιμα αποικιακά με μόνιμους πελάτες τους μόνιμους γιαουρτωτές των ‘έτσι’. Δηλαδή, της μούρης τους. Δηλαδή, των πλείστων ημών.

 

Ρε συ, Ρηγόπουλε, λέω να βγούμε απόψε στη γύρα, να τινάξουμε γερά όσα δέντρα μας ανταμώσουν κι όσα τύχουν στο διάβα μας, να μαζέψουμε κοντά καρπούς και να τους βάλουμε στολίδια στα καλώδια τα ηλεκτροφόρα. Να στήσουμε δικό μας πανηγύρι, εμείς και τα πουλιά -που θα ’χουμε ξυπνήσει. Και μετά, πιωμένοι άγρια από χαρά, και μεθυσμένοι απ’ το πολύ του τίποτα ή από το ελάχιστο του όλου, να πάρουμε σβάρνα την πόλη και να μην αφήκουμε τζάμι για τζάμι και στράτα ίσια.

Να μας βάλουν μέσα, ν’ ακούσουμε και τον πόνο του μπάτσου.

Και πριν κοιμηθούμε, όπου κι όπως, να πάρουμε και το ηπειρώτικο το βαρύ και το μοιρολογίσιο στη διαπασών.

Λέω, θα δώκουμε να καταλάβει κι άλλος κόσμος πως στον οφθαλμίατρο καταφεύγει μονάχα ο στραβός.