Αλίκη Τίποτα 

 Η Αλίκη όταν ήταν μικρή ήθελε να μεγαλώσει. Καθώς μεγάλωνε ήθελε να γίνει κάτι. Όταν μεγάλωσε έγινε… τίποτα!

 

 

 

ΕΔΩ ΚΑΙ ΛΙΓΟ ΚΑΙΡΟ νιώθω πολύ παράξενα. Σαν κάποιος να με παρακολουθεί. Μα ποιος; γιατί; Μάλλον η φαντασία μου μού παίζει παιχνίδια. Κι η γιαγιά μου νεραϊδοπαρμένη με φώναζε. Έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήμουνα σαν τ’ άλλα τα παιδιά. Τα άλλα τα κορίτσια ήθελαν να ακούνε ιστορίες για πρίγκιπες σε άσπρα άλογα, πλούτη κι ευτυχία, κι εγώ ιστορίες για δράκοντες, τέρατα που έβγαιναν από τα έγκατα της γης, μαύρους καβαλάρηδες που σπέρναν την καταστροφή. Ποτέ μου δεν κατάλαβα τι πάει να πει φόβος. Το μυστήριο πάντοτε ήταν το παιχνίδι μου, με προκαλούσε…

Μα τα χρόνια πέρασαν και να ’μαι τώρα εδώ, σε τούτο το μοναχικό σπίτι έξω απ’ την πόλη, έτοιμη για να αρχίσω μια καινούρια ζωή.

Τα λεφτά μου είναι λιγοστά, δεν έχω βρει ακόμη δουλειά αλλά δε με νοιάζει. Φτάνει που μπόρεσα να ξεφύγω απ’ όλα εκείνα που με κρατούσαν δέσμιά τους, που δε με αφήναν να ζήσω όλα αυτά που ήθελα. Η ζωή μου αρχίζει τώρα, και το αβέβαιο μέλλον με συνεπαίρνει. Όχι πια άλλη πλήξη, όχι άλλη λογική, θέλω να ζήσω…

Να, πάντα έτσι σκεφτόμουνα, κι οι γύρω μου έλεγαν ότι δεν πρόκειται να ’χω καλή τύχη σε τούτη τη ζωή. Τι κι αν πίστευα ότι όλα πάντα από μας εξαρτόνται! Κάποιοι τόλμησαν να με αποκαλέσουν ακόμη και καταραμένη. Σ’ αυτούς χαμογέλασα. Διασκέδασα με τη άγνοιά τους. Κάλλιο καταραμένη κι ελεύθερη, παρά ευλογημένη και σαν τα μούτρα σας, ρε!

Μα το χθες είναι χθες και το σήμερα εδώ και με προσκαλεί να ζήσω, και να ξεχάσω.

Νέα πόλη, νέα αρχή, νέες προκλήσεις. Να φτιάξω το σπιτάκι μου όπως εγώ θέλω, να βρω μια δουλειά που στ’ αλήθεια μ’ αρέσει, να ανακαλύψω μια ζεστή αγκαλιά και να χωθώ μέσα της, να κάνω τα πράγματα που πάντα ονειρευόμουνα και λαχταρούσα, μα οι άλλοι δε με άφηναν να κάνω, να αφεθώ στη χαρά και τα μυστήρια της ύπαρξης.

Κάτι μου λέει ότι όλ’ αυτά που λαχταρώ θα γίνουν, αλλά νιώθω και κάτι άλλο μέσα μου το οποίο δεν μπορώ να περιγράψω. λες και κάποιος άλλος οδήγησε τα βήματά μου σε τούτη την πόλη, σε τούτο το σπίτι. Νιώθω κάτι που δεν μπορώ να προσδιορίσω, σα να βρίσκομαι σε επαφή με ένα άγνωστο σε μένα κόσμο, κι ο κόσμος αυτός είναι μέσα μου. Πάντα ένιωθα ότι ανήκα κάπου αλλού, και τώρα που ήρθα εδώ σκέφτομαι πως πολύ σύντομα θα συναντήσω το πεπρωμένο μου, όποιο κι αν είναι αυτό.

Ετούτη η γειτονιά, ετούτο το σπίτι κάτι μου θυμίζουν. μια άλλη ζωή ίσως. Πάντως τα νιώθω πολύ οικεία, σα να ζούσα από πάντα εδώ.

Απ’ τα χρόνια της αθωότητας το μεταφυσικό έπαιζε σημαντικό ρόλο στη ζωή μου. Πίσω από το καθετί που έβλεπα προσπαθούσα να δω κάτι άλλο. Ποτέ μου δεν πίστεψα ότι ο κόσμος αυτός είναι ο μοναδικός. Πάντοτε ένιωθα ότι υπάρχει και κάτι άλλο, κάτι που δεν μπορούν να συλλάβουν οι αισθήσεις. Κι όσο μεγάλωνα τόσο μεγάλωνε μαζί μου και η βεβαιότητα ότι, πίσω απ’ το καθετί κρύβεται κάτι άλλο, ότι οι γνώσεις μας είναι μηδαμινές μπροστά στην άγνοιά μας, ότι η αλήθεια είναι κάπου αλλού. Και πάντοτε έψαχνα να βρω απαντήσεις σε χίλια δυο ερωτήματα που μου στερούσαν τον ύπνο, που μου έκλεβαν τη χαρά. “Δεν μπορεί, πρέπει να υπάρχει και κάτι άλλο”, σκεφτόμουνα, και διάβαζα, ρωτούσα, μάθαινα. Μα, μαζί με τις γνώσεις μεγάλωνε και η άγνοιά μου, και έμενα όλο και περισσότερο μόνη. “Η Εύα των αστεριών”, με αποκαλούσαν, και οι γονείς μου καταριόνταν την τύχη τους που δεν έδωσε ο θεός να ’χουν κι αυτοί ένα παιδί σαν όλα τ’ άλλα.

Και σα να μην έφταναν τα πιο πάνω, ήταν και το σημάδι. Το σημάδι: ένα πεντάχτινο αστέρι κάτω από το δεξιό αυτί, που μεγάλωνε μαζί μου με τα χρόνια. Άλλοι λέγαν πως σήμαινε ότι θα γινόμουν “αστέρι” στη ζωή, κι άλλοι πως κουβαλούσα μαζί μου το σκοτεινό φως του Εωσφόρου. Κι η μάνα μου, απ’ τα γεννοφάσκια της πιστή στη θρησκεία και τις προκαταλήψεις με πήγε για ξεμάτιασμα, και στον παπά για να με διαβάσει. Το διαφορετικό τρομάζει τους ανθρώπους τους κλεισμένους μέσα στα κάγκελα του νου.

Ήταν και τα όνειρα! Όνειρα ανεξήγητα που έρχονταν να με συναντήσουν εκείνες τις λιγοστές ώρες που κατάφερνα να κλείσω τα μάτια. Όνειρα για κόσμους φανταστικούς, όμορφους και τρομακτικούς, για ανθρωπόμορφα ζώα, για πουλιά που μιλούσαν, για συνεχείς μεταμορφώσεις. ανεξήγητοι ψίθυροι αλήθειας και ψέματος, που μου έδειχναν ένα κόσμο πέρα απ’ τον κόσμο, που μου χάρισαν ψήγματα σοφίας, που με εξοικείωσαν με την ιδέα του φόβου και με το θάνατο. “Το καθετί που ζει πεθαίνει”, ανακοίνωσα στους γονείς μου όταν μου ευχήθηκαν “να ζήσω” στα έκτα μου γενέθλια, κάνοντας να σβήσει το χαμόγελο απ’ τα χείλη τους.

Αλλά και τα όνειρα δεν αποτελούσαν παρά ένα κομμάτι στο ανεξήγητο σε όλους - και σε μένα -, παζλ της ύπαρξής μου. Το πιο σημαντικό ίσως να ’ταν τα περίεργα εκείνα “θαύματα” που συνέβαιναν μόνο σε μένα: η οχιά που με δάγκωσε και ο σκύλος που ήρθε από το πουθενά για να τη σκοτώσει, και ρουφώντας το δηλητηριασμένο αίμα να με σώσει, η πτώση μου - σε ηλικία πέντε χρόνων - απ’ το καράβι στη θάλασσα, και η σωτηρία μου από ένα δελφίνι, εκείνος ο πιτσιρικάς που με κτύπησε στο πρόσωπο, και η απώλεια του χεριού του την ίδια μέρα σε ατύχημα. Το μυστήριο και η ζωή μου βάδιζαν πάντα χέρι χέρι.

Δεν ξέρω αν είμαι “καταραμένη” ή “ευλογημένη”. Εκείνο που ξέρω, που νιώθω είναι πως είμαι διαφορετική. Και πως έχω κάπου ένα φύλακα άγγελο ή δαίμονα που με παρακολουθεί από πάντοτε και με προστατεύει, και πως ετούτος ο αόρατος μα πανταχού παρόν φύλακας με οδήγησε εδώ. Ίσως για να βρω ποια είμαι…

 

 

 

 

 

 

Απρόσμενα…

 

να, που ήρθε το τέλος. Εκεί που έλεγα πως η ζωή μου πήγαινε απ’ το καλό στο καλύτερο. Εκεί που πίστευα ότι τίποτα δε θα μπορούσε να σκιάσει την ευτυχία μου, την ευτυχία μας. Τώρα, ο κόσμος χάθηκε. Η ψυχή μου έμεινε λειψή, χωρίς το καλύτερό της μισό. “Δε γυρίζει πίσω αυτό που αφήσαμε… δεν πειράζει, αγάπη μου έχε γεια”, λέει το τραγούδι. Και δυστυχώς αυτό που αφήσαμε πίσω ήταν κάτι το υπέροχο, κάτι πολύ καλό για να ’ναι αληθινό. Και ήταν αληθινό. Και ξεχείλιζε από ομορφιά. Αλλά όπως λένε: όσα δε φέρνει ο χρόνος τα φέρνει η στιγμή, και μια άτυχη στιγμή έφερε την καταστροφή! Δεν ψάχνω να βρω τα πως και τα γιατί γι’ αυτό το τέλος, το οποίο δεν μπορώ να πιστέψω ότι είναι αληθινό. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι όλα αυτά που ζήσαμε έσβησαν μεμιάς, με μια μονοκοντυλιά. Δεν το χωράει ο νους μου ότι θα ξυπνήσω σύντομα κάποια μέρα δίχως εσένα στη σκέψη μου. Πίστευα ότι μαζί ζούσαμε τ’ όνειρο. Ε, λοιπόν δε θέλω να πιστέψω ότι τ’ όνειρο τέλειωσε. Δεν μπορεί η ομορφιά να πεθαίνει. Όχι η ομορφιά που ζήσαμε. Όχι η ομορφιά της ψυχής. “Η κόλασή μου είναι οι άλλοι”, έλεγε ο Σαρτρ. Και για μας ίσχυσε αυτό, και πάνω που θα πετούσαμε για νέες κορυφές, ήρθαν οι άλλοι για να μας κόψουν τα φτερά, για να μας ρίξουν στην άβυσσο του πρέπει τους. Η ψυχή μου τώρα δακρύζει: όχι επειδή σε έχασα - κάποτε θα σηκωθώ ξανά -, αλλά για σένα που έχασες τον εαυτό σου, που θυσίασες τα πάντα στο βωμό ενός πρέπει που δεν ήταν δικό σου. Ίσως η ζωή να είναι όντως δύσκολη, αλλά στο χέρι μας είναι να την κάνουμε πιο φωτεινή, να κλέψουμε χρώματα απ’ τα λουλούδια, και να ζωγραφίσουμε ένα κόσμο στοργής κι αληθινής αγάπης. Λόγια; Ναι, λόγια! Αλλά, λόγια που βγαίνουν απ’ της ψυχής μου τα βάθη. Λόγια που λέγονται όχι για να ξεχαστούνε, αλλά για να χαράξουν μονοπάτια διαφυγής στην ψυχή σου, που ξέρω πόσο πολύ πόνεσε. Αν πόνεσε εξαιτίας μου σου ζητάω συγνώμη, αλλά η απώλεια της ψυχούλας μου - εσένα - ήταν ό,τι χειρότερο θα μπορούσε να μου συμβεί. Έχασα τον ήλιο μου, το χαμόγελό μου, την έμπνευσή μου. Μου έδινες δύναμη, και σαν έφυγες μαζί σου χάθηκε κι αυτή. Ως πριν λίγο ένιωθα πως έπιασα πάτο, αλλά κάτι βαθιά μέσα μου μού λέει ότι δεν τέλειωσαν όλα ακόμη, ότι ίσως το βράδυ που φθάνει θα αλλάξει τα πράγματα προς το καλύτερο, ότι η νέα μέρα που θα ξημερώσει, θα φέρει μαζί της την αναγέννηση… Ό,τι κι αν συμβεί, όπου κι αν καταλήξει αυτή η ιστορία, θέλω να ξέρεις ότι - όσο κι αν πόνεσα - δε μετανοιώνω για τίποτα. Δε μετανοιώνω γι’ αυτά που ζήσαμε. Δε μετανοιώνω που σου χάρισα το είναι μου. Πίστευα σε σένα, πιστεύω σε σένα, κι ακόμη πιστεύω σε μας. Όχι δεν ξοφλήσαμε. Έχουμε να κάνουμε αρκετά λάθη ακόμη. Έχουμε να ξεπεράσουμε πολλά εμπόδια. Έχουμε να σκαρφαλώσουμε πολλές κορυφές. Έχουμε να μοιραστούμε πολλά χαμόγελα. Είμαστε δυο ψυχές που διψάνε για όνειρα κι ελευθερία, και θα ’ταν στ’ αλήθεια κρίμα να ’μαστε χώρια…

Θέλω να γράψω κι αλλά, πολλά. Να γεμίσω χίλια τετράδια με λέξεις, δάκρυα και σιωπές, αλλά δε θα το κάνω τώρα. Θα σε αφήσω να πάρεις εκείνη την απόφαση στην οποία όλα στηρίζονται. Μετά ίσως να σου δώσω αυτό το γράμμα, ίσως και όχι. Απλά θέλω να ξέρεις ότι σ’ αγάπησα - σ’ αγαπώ - πολύ, ότι σε αγαπώ που είσαι εκεί, σε αγαπώ που είσαι εσύ. Και όσα δεν μπορούν να πούνε πια τα λόγια, ας τα πει η σιωπή...